Λευτεριά στην Παλαιστίνη - Κάτω τα χέρια από τον Στόλο της Ελευθερίας

 

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ - ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΟΛΟ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

I

Είναι πολύ μεγάλο το... Μεγάλο Ισραήλ, τελικά. Ο λόγος για το σιωνιστικό κράτος τρομοκράτη που επιτέθηκε χτες τα ξημερώματα στον Στόλο της Ελευθερίας δυτικά της Κρήτης, δεκάδες μίλια μακριά από τις ελληνικές ακτές, σε ακόμα μια πράξη πειρατείας που συνεχίζει με αμείωτη ένταση την γενοκτονία του υπερήφανου παλαιστινιακού λαού.

Ακολούθησε πλήθος αντιδράσεων και καταγγελιών – και ορθά. Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι η επίθεση πραγματοποιήθηκε σε διεθνή ύδατα και όχι εντός της ελληνικής επικράτειας. Δεν κερδίζουν τίποτα, ιδιαίτερα οι προοδευτικές και φιλοπαλαιστινιακές δυνάμεις, όταν διαμαρτύρονται για παραβίαση της «εθνικής μας ανεξαρτησίας» και κατηγορούν την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ότι με την ανοχή της στο Ισραήλ υπονομεύει τον έλεγχο της περιοχής και ανοίγει τον δρόμο στην... Τουρκία. Η Ελλάδα έχει παραδοσιακά 6 ναυτικά μίλια χωρικά ύδατα γύρω από την Κρήτη, ενώ δεν έχει επεκτείνει σε 12 μίλια δυτικά και νότια του νησιού ώστε να καλύπτει αυτή την περιοχή (κάτι που θα ήταν προβληματικό, επίσης). Υπάρχει βεβαίως η ελληνική Ζώνη Έρευνας και Διάσωσης (SAR), η οποία είναι ευρύτερη, αλλά δεν ταυτίζεται με την «εθνική κυριαρχία» ή τα ελληνικά χωρικά ύδατα. Με λόγια λόγια, η καταγγελία του διασώστη Ιάσονα Αποστολόπουλου ότι οι σιωνιστικές δυνάμεις χτυπάνε και στην Κρήτη, απλά δεν ισχύει. Και βέβαια είναι απόλυτα προβληματική όταν την αναφέρει ένα πρόσωπο του δικού του μεγέθους.

Όλα αυτά, σε καμία περίπτωση, δεν αναιρούν ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας συνεχίζει να συνεργάζεται στρατηγικά με το Ισραήλ. Δεν έχει την παραμικρή διάθεση να υπερασπιστεί ούτε τα στοιχειώδη: την αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Δεν αντιδρά, έστω και τυπικά, όταν ισραηλινά ταχύπλοα, drones και σιωνιστικές δυνάμεις παρεμβαίνουν σε περιοχή που εμπίπτει στην ελληνική Ζώνη Έρευνας και Διάσωσης, εκατοντάδες μίλια μακριά από τα ισραηλινά σύνορα. Το λιμενικό δεν ανταποκρινόταν παρά τα σήματα βοήθειας που εξέπεμπαν τα πλοία. Φυσικά, αν επρόκειτο για καραβιές προσφύγων από τη Λιβύη ή την Μέση Ανατολή, θα τους είχαν απωθήσει ή πνίξει σε ελάχιστο χρόνο.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προτιμά να διατηρεί ακέραιες τις στρατηγικές της σχέσεις με το Ισραήλ –σε άμυνα, ενέργεια και άλλα πεδία– παρά να υψώσει φωνή ενάντια σε αυτή την πρωτοφανή προβολή ισχύος και την κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όσο η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει αυτή την πολιτική, η Ελλάδα μετατρέπεται σε παθητικό θεατή αλλά κυρίως, σε συνεργάτη των εγκλημάτων που διαπράττονται στη Γάζα, ενώ ο παλαιστινιακός λαός συνεχίζει να πληρώνει με αίμα την κατοχή και τον αποκλεισμό.

II

Οι απόψεις για μια... «Ελλάδα ως ζωτικό χώρο του Ισραήλ», με αφορμή και τη χθεσινή πειρατεία του σιωνιστικού κράτους τρομοκράτη στον Στόλο της Ελευθερίας, δεν είναι απλώς υπερβολικές αλλά πολιτικά παραπλανητικές και εκ του αποτελέσματος, επικίνδυνες. Επαναφέρουν παλιά και χρεοκοπημένα σχήματα που θέλουν τη χώρα παθητικό εξάρτημα «ξένων κέντρων», υποβαθμίζοντας τον πραγματικό ρόλο που επιδιώκει να παίξει η ίδια η ελληνική αστική τάξη. Με αυτόν τον τρόπο, αποδυναμώνουν και τη δυνατότητα ουσιαστικής κριτικής απέναντι στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, αφού μετατοπίζουν το βάρος από τις συνειδητές στρατηγικές επιλογές του ελληνικού κράτους σε μια μονοδιάστατη αφήγηση «εξάρτησης».

Στην πραγματικότητα, αυτό που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια είναι η συγκρότηση μιας πιο επιθετικής και φιλόδοξης στρατηγικής από την πλευρά της ελληνικής αστικής τάξης, που δεν αρκείται στον ρόλο του «συμμάχου», αλλά διεκδικεί αναβαθμισμένη θέση ως περιφερειακός πόλος ισχύος. Η εμπλοκή στις ΑΟΖ, οι ενεργειακοί σχεδιασμοί, οι συμφωνίες για αγωγούς και τερματικούς σταθμούς, η στρατιωτική συνεργασία με κράτη και κυρίως, με δικτατορίες της περιοχής, αλλά και η αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της χώρας ως κόμβου μεταφορών και ενέργειας, συγκροτούν ένα συνεκτικό πλέγμα επιδιώξεων που ξεπερνά κατά πολύ τη λογική της «υποταγής». Πρόκειται για μια μορφή ενεργητικής ένταξης στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, όπου η ελληνική πλευρά επιδιώκει μερίδιο ισχύος και κερδών. Αυτός ο προσανατολισμός εξηγεί και τη συστηματική εμβάθυνση των συμμαχιών με ισχυρούς διεθνείς παίκτες. Οι σχέσεις με το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και την ΕΕ δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα κάποιας πίεσης ή επιβολής, αλλά συγκεκριμένα εργαλεία που αξιοποιούνται για τη θωράκιση και την προώθηση των ελληνικών στρατηγικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο. Μέσα από αυτές τις συνεργασίες, η Ελλάδα επιχειρεί να κατοχυρώσει αναβαθμισμένο, έως και ηγεμονικό, ρόλο σε κρίσιμες ενεργειακές και γεωπολιτικές διεργασίες, να εξασφαλίσει συμμετοχή σε έργα υψηλής κερδοφορίας και, ταυτόχρονα, να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της ισχύ έναντι ανταγωνιστικών δυνάμεων στην περιοχή, όπως η Τουρκία.

Συσκότιση

Ταυτόχρονα, η ανάγνωση της χώρας ως απλού «δορυφόρου» συσκοτίζει τις ταξικές διαστάσεις αυτής της στρατηγικής. Η εμπλοκή στους ανταγωνισμούς για τις ΑΟΖ, η στρατιωτικοποίηση, οι εξοπλισμοί και οι ενεργειακές επενδύσεις δεν είναι ουδέτερες επιλογές: ευνοούν συγκεκριμένα τμήματα του κεφαλαίου –ενεργειακούς ομίλους, εφοπλιστικά συμφέροντα, κατασκευαστικές εταιρείες– ενώ μετακυλίουν το κόστος και τους κινδύνους στην εργατική τάξη, στους φτωχούς, τις γυναίκες. Η «γεωστρατηγική αναβάθμιση» που προβάλλεται ως εθνικός στόχος, στην πράξη σημαίνει μεγαλύτερη έκθεση σε εντάσεις, πιθανές συγκρούσεις και οικονομικές επιβαρύνσεις για τους πολλούς.

Γι’ αυτό, η προοδευτική και αντιπολεμική κριτική δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε αφηγήσεις περί «κατοχής» ή «ζωτικού χώρου», που τελικά αθωώνουν και ξεπλένουν σε εξοργιστικό βαθμό τον εγχώριο παράγοντα. Αντίθετα, οφείλει να στοχεύει στον πυρήνα των επιλογών που διαμορφώνουν την εξωτερική και ενεργειακή πολιτική, αναδεικνύοντας τον ενεργό ρόλο του ελληνικού κράτους και των κυρίαρχων κοινωνικών συμφερόντων στη διαμόρφωση και υλοποίηση τους. Είναι απαραίτητο να αναδειχθεί με σαφήνεια ότι η πολιτική που ακολουθείται είναι επιλογή, με συγκεκριμένο ταξικό και γεωπολιτικό πρόσημο. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν σύρεται απλώς αλλά υλοποιεί με τόλμη, θράσος και ιδιαίτερα ενεργά μια στρατηγική που επιδιώκει την αναβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού μέσα από τη συμμετοχή στους περιφερειακούς και διεθνείς ανταγωνισμούς.

Σε αυτή τη βάση, το ζητούμενο δεν είναι η ανακύκλωση εύκολων σχημάτων, αλλά η συγκρότηση μιας ουσιαστικής, τεκμηριωμένης και μαχητικής αντιπολίτευσης σε αυτές τις επιλογές. Απαιτείται να αποκαλυφθούν τα πραγματικά διακυβεύματα, να συνδεθούν με τις επιπτώσεις τους στην καθημερινότητα των εργαζομένων και να οικοδομηθούν μορφές συλλογικής κι εργατικής αντίστασης που θα αμφισβητούν έμπρακτα αυτή την πορεία. Χρειάζεται οργάνωση στους χώρους δουλειάς, πολιτικοποίηση της συζήτησης στις γειτονιές και τα πανεπιστήμια, συντονισμός των αγώνων ενάντια στην εμπλοκή της χώρας σε επικίνδυνους ανταγωνισμούς, αντιπολεμικές απεργίες διαρκείας και ανάδειξη ως κεντρικού του αιτήματος για την ανατροπή της κυβέρνησης των δολοφόνων, του πολέμου, του ρατσισμού και των ιδιωτικοποιήσεων.

Απέναντι σε μια στρατηγική που βαθαίνει την ανισότητα και αυξάνει τους κινδύνους για την κοινωνία, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η παθητικότητα ή η σύγχυση. Είναι η συλλογική δράση, η ενίσχυση των κινημάτων και η διεκδίκηση μιας διαφορετικής πορείας, που θα βάζει στο επίκεντρο τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας, την ειρήνη και τη συνεργασία των λαών. Και η Αριστερά και κάθε προοδευτική δύναμη οφείλει να ανοίγει αυτή τη συγκεκριμένη προοπτική, όχι να ανακυκλώνει θεωρίες που, πίσω από εύκολες καταγγελίες, απονευρώνουν την κριτική και αλυσοδένουν το εργατικό κίνημα στο άρμα των ανταγωνισμών και του πολέμου.

Ειρηναίος Μαράκης
30/4/2026

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις