Οι λέξεις και η γλώσσα στην εποχή του πολέμου
Οι λέξεις και η γλώσσα στην εποχή του πολέμου
Όταν οι λέξεις γίνονται πεδίο ιδεολογικής και πολιτικής σύγκρουσης
Υπάρχουν στιγμές στη δημόσια συζήτηση όπου μια λέξη, φαινομενικά ή/και ουσιαστικά αθώα, μετατρέπεται είτε σε σύμβολο είτε σε σημαία καθώς και σε αφορμή για μια ευρύτερη αντιπαράθεση γύρω από την ισότητα των φύλων, την ιστορία, την πολιτική και την ίδια τη δυνατότητα της κοινωνίας να συνομιλεί χωρίς να διαγράψει την ιστορική της μνήμη. Η λέξη «επανδρωμένος-η-ο», η σημασία, η χρήση και η ετυμολογία της, που αναδεικνύεται τελευταία ως ένα θέμα μιας κάποιας σημασίας με αφορμή τη νέα αποστολή της NASA στη Σελήνη, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου, όχι επειδή διαθέτει κάποια εγγενή κακοβουλία ή επειδή ενσωματώνει από μόνη της μια πρόθεση αποκλεισμού, αλλά επειδή βρέθηκε στο σταυροδρόμι μιας εποχής που προσπαθεί -και δικαίως- να ξανασκεφτεί τις λέξεις και τις ιδέες της, να αναμετρηθεί με τις ανισότητες που κληρονόμησε και να διαμορφώσει ένα λεξιλόγιο πιο συμπεριληπτικό, πιο δημοκρατικό, πιο συνειδητό απέναντι στις εμπειρίες των ανθρώπων που για αιώνες έμεναν στο περιθώριο της ιστορίας, της κοινωνίας και της γλώσσας. Στην πραγματικότητα, είναι και αυτό στο πλαίσιο της μάχης για μια άλλη κοινωνία.
Δεν είναι τυχαίο ότι η αποστολή αυτή της NASA περιλαμβάνει πλήρωμα τόσο ανδρών όσο και γυναικών, ανάμεσά τους και η αστροναύτης Christina Koch, η οποία συμμετέχει στην πρώτη επανδρωμένη πτήση γύρω από τη Σελήνη μετά από πάνω από μισό αιώνα. Αυτό το παράδειγμα δείχνει με σαφήνεια ότι η λέξη «επανδρωμένος-η-ο» δεν περιορίζει ή αποκλείει φύλα, αλλά περιγράφει απλώς την παρουσία ανθρώπινου πληρώματος που αναλαμβάνει συγκεκριμένες ευθύνες και δράσεις στο πλαίσιο της επιστημονικής και τεχνολογικής εξερεύνησης.
Η αριστερή δημοκρατική και προοδευτική παράδοση, εκείνη που γεννήθηκε μέσα από αγώνες για τα εργατικά δικαιώματα, για την ισότητα και την κοινωνική χειραφέτηση, δεν αντιμετώπισε ποτέ τη γλώσσα ως ουδέτερο έδαφος. Αντίθετα, την είδε πάντοτε ως χώρο εξουσίας, ως μηχανισμό αναπαραγωγής ιεραρχιών, αλλά και ως εργαλείο απελευθέρωσης, ένα πεδίο όπου οι αποκλεισμένοι μπορούσαν να διεκδικήσουν ορατότητα και αξιοπρέπεια, κι έτσι δεν είναι τυχαίο ότι τα φεμινιστικά και προοδευτικά κινήματα έθεσαν ερωτήματα για τις λέξεις που χρησιμοποιούμε, για τις εικόνες που δημιουργούν, ακόμα και για τις σιωπές που επιβάλλουν. Όμως, και οφείλουμε να μην το ξεχνάμε ποτέ, η ίδια αυτή παράδοση μας διδάσκει επίσης ότι η αλλαγή δεν επιβάλλεται με απλουστεύσεις, ούτε με τη βία και προφανώς, ούτε με βεβαιότητες που κλείνουν τη συζήτηση πριν καν αρχίσει, αλλά με αξιοποίηση της ιστορικής γνώσης, με ταξική συνείδηση και κυρίως, με σεβασμό στη συλλογική εμπειρία της κοινωνίας.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η λέξη «επανδρωμένος-η-ο», όπως χρησιμοποιείται σήμερα, δηλώνει απλώς ότι μια αποστολή που διαθέτει ανθρώπινο πλήρωμα κι ότι υπάρχει φυσική παρουσία ανθρώπων που αναλαμβάνουν την ευθύνη για συγκεκριμένες διαδικασίες. Και η σημασία, δεν είναι κάτι το αυθαίρετο, αλλά έχει παγιωθεί μέσα από δεκαετίες χρήσης στην επιστήμη, την τεχνολογία και τη δημόσια διοίκηση και τις κοινωνικές δομές, χωρίς να προϋποθέτει ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι άνδρες, χωρίς να αποκλείει τις γυναίκες, χωρίς να μεταφέρει κάποια πρόθεση ανισότητας. Θέλω να πω, ότι η γλώσσα δεν αποκλείει εκ των προτέρων, ούτε από μόνη της: Το βασικό πρόβλημα είναι η ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλέγματος σεξιστικής πολιτικής και αντίληψης σε βάρος των γυναικών κάθε σεξουαλικής ποικιλίας και ποιότητας. Κι όμως, γιατί πρέπει να τα λέμε όλα, η ετυμολογική της ρίζα, που παραπέμπει στο «ανήρ», θυμίζει μια εποχή όπου η κοινωνία ήταν -και είναι- οργανωμένη γύρω από αυστηρούς ρόλους και διακρίσεις φύλου, μια εποχή όπου η πολιτική και η εργασία ήταν -και είναι- σχεδόν αποκλειστικά ανδρικές υποθέσεις, και αυτό εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ακούμε τις λέξεις. Η γλώσσα, ωστόσο, δεν είναι απολίθωμα, ούτε μουσείο εννοιών, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που μετασχηματίζεται μαζί με την κοινωνία, και όσο οι λέξεις μετακινούνται, διευρύνονται κι αποκτούν νέες σημασίες, συχνά απομακρύνονται τόσο πολύ από την αρχική τους ρίζα ώστε η ετυμολογία τους να λειτουργεί περισσότερο ως ιστορική ανάμνηση παρά ως οδηγός κατανόησης. Γι’ αυτό και το «ανδροειδές» δεν δηλώνει τον άνδρα αλλά το ομοίωμα ενός ανθρώπου, το «ανδρείκελο» δεν υποδηλώνει φύλο αλλά απουσία βούλησης, σκέψης και συναισθήματος ενώ το «εξανδραποδίζω» δεν αναφέρεται σε αρσενικά σώματα και προσωπικότητες αλλά σε ανθρώπους που χάνουν την ελευθερία τους, γεγονός που αποδεικνύει ότι η σημασία των λέξεων διαμορφώνεται μέσα από τη χρήση και όχι, αποκλειστικά έστω, μέσα από τη γενεαλογία τους.
Εκτροχιασμός
Εκεί όπου η δημόσια συζήτηση συχνά εκτροχιάζεται δεν είναι στην επιθυμία για μια πιο συμπεριληπτική γλώσσα -μια επιθυμία βαθιά δημοκρατική, απολύτως θεμιτή και αναγκαία- αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή η επιθυμία μετατρέπεται σε επιταγή, σε ηθικό κριτήριο που χωρίζει τους ανθρώπους σε «σωστούς» και «λάθος», σε προοδευτικούς και οπισθοδρομικούς, λες και η γλωσσική επιλογή αποτελεί από μόνη της πολιτική δήλωση, ενώ στην πραγματικότητα η δημοκρατία της γλώσσας βασίζεται στην ελευθερία χρήσης, στη δυνατότητα κάθε κοινότητας να διαμορφώνει το λεξιλόγιό της χωρίς φόβο και χωρίς επιβολή, μέσα από έναν διάλογο που παραμένει ανοιχτός και πολυφωνικός. Δυστυχώς, οι περισσότερες κοινότητες μετά από χρόνια καταπίεσης αναπτύσσουν μια πολιτική αυστηρής επιβολής νέων όρων που δεν είναι πάντα πετυχημένοι.
Ασφαλώς, αποτελεί σοβαρή παράλειψη αν δεν το αναφέρουμε, υπάρχουν και νέες λέξεις και όροι που πραγματικά εκφράζουν ένα υπαρκτό πρόβλημα και τα αιτήματα του γυναικείου κινήματος απέναντι σε αυτό, που κατακτούν -και δικαίως- μέσα από μαζικούς αγώνες και θυσίες όπως η «γυναικοκτονία» που, συνοπτικά, «αναφέρεται το έγκλημα μίσους που βασίζεται στο φύλο, το οποίο γενικά ορίζεται ως «η σκόπιμη θανάτωση των γυναικών (ή κοριτσιών) επειδή είναι γυναίκες». Οι γυναικοκτονίες διαπράττονται ή γίνονται ανεκτές τόσο από ιδιώτες όσο και από δημόσιους φορείς. Ο όρος περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη δολοφονία γυναίκας ως αποτέλεσμα άσκησης βίας από ερωτικό σύντροφο, τον βασανισμό και τη δολοφονία γυναίκας ως αποτέλεσμα μισογυνισμού, τη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών ως «εγκλήματα για λόγους τιμής» και λοιπές μορφές δολοφονίας, τη στοχευμένη δολοφονία γυναικών και κοριτσιών στο πλαίσιο ένοπλων συγκρούσεων, και περιπτώσεις γυναικοκτονίας οι οποίες συνδέονται με συμμορίες, το οργανωμένο έγκλημα, εμπόρους ναρκωτικών και την εμπορία γυναικών και κοριτσιών. Στην Ελλάδα η πιο συνηθισμένη μορφή γυναικοκτονίας είναι η ενδοσυντροφική δολοφονία όμως έχουμε και δολοφονίες ηλικιωμένων γυναικών από συγγενείς και άλλου τύπου γυναικοκτονίες καθώς πρόκειται για ένα σύνθετο έγκλημα με διάφορες μορφές και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πολιτισμικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, οι γυναικοκτονίες, και γενικά ο σεξισμός, βρίσκουν στήριγμα στο χυδαίο ιδεολόγημα του «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια»: οι γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα επιλογής ούτε για το σώμα τους, ούτε για τη ζωή τους.» (Ειρηναίος Μαράκης, Γυναικοκτονία είναι, Ατέχνως, 2/8/2020) Εδώ αξίζει να τονίσουμε ότι όσοι αναφέρονται κατά της συγκεκριμένης κατάκτησης των γυναικών, είτε από αυστηρή σεξιστική και συντηρητική θέση είτε από «προοδευτική», το κάνουν με πλήρη επίγνωση κι αυτό είναι κάτι που έχουμε να αντιμετωπίσουμε.
Η ιστορία της Αριστεράς και των κινημάτων είναι γεμάτη από στιγμές όπου η γλώσσα αποτέλεσε εργαλείο χειραφέτησης, από τα εργατικά συνθήματα μέχρι τις φεμινιστικές διεκδικήσεις, από τη γλωσσική απελευθέρωση της δημοτικής μέχρι την αναγνώριση νέων ταυτοτήτων, όμως αυτή η ιστορία μας θυμίζει επίσης ότι οι κοινωνικές αλλαγές δεν προκύπτουν από την τιμωρία των λέξεων αλλά από τη ριζική μεταμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων, από την ισότητα στην εργασία, την εκπαίδευση και τη δημόσια ζωή, από τη συμμετοχή όλων στα κέντρα λήψης αποφάσεων, και όχι από τη διαγραφή ενός όρου που ήδη έχει μετασχηματιστεί μέσα στη συλλογική συνείδηση. Αν κάποιοι/ες/α αισθάνονται ότι η λέξη «επανδρωμένος-η-ο» δεν τους εκφράζει, έχουν κάθε δικαίωμα να αναζητήσουν άλλες διατυπώσεις, να προτείνουν νέους όρους, να συμβάλουν στη φυσική εξέλιξη της γλώσσας μέσα από τη χρήση και τη δημιουργικότητα, αλλά αυτή η διαδικασία κρατάει και θα κρατάει για καιρό, γιατί η γλώσσα της δημοκρατίας δεν είναι μονολιθική αλλά πολυφωνική, δεν ανήκει σε κανέναν ειδικό αλλά σε όλους όσοι τη μιλούν, και η δύναμή της βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά της να φιλοξενεί διαφορετικές εμπειρίες χωρίς να καταρρέει. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η αμφισβήτηση της νέας γλώσσας και η συζήτηση γύρω από τους νέους όρους είναι λανθασμένη ή προβληματική. Πολλές φορές, ακόμα και οι νέοι όροι και οι εκπρόσωποι τους, αναπαράγουν τις ιδέες που θέλουν να αντιμετωπίσουν. Ούτε είναι de facto επιτυχημένοι και χρήσιμοι. Η λέξη «βουλεύτρια» είναι πετυχημένη ως ένα βαθμό αλλά υπάρχει και η «βουλευτής», που κάνει ακριβώς την ίδια δουλειά, όπως υπάρχουν και λέξεις που ομολογούν την αποτυχία τους μόνο και μόνο μόλις τις ακούσεις/διαβάσεις όπως η λέξη... «συγγράφισσα».
Σε μια εποχή όπου οι δημόσιες συζητήσεις συχνά διολισθαίνουν σε συμβολικές συγκρούσεις που απομακρύνουν την προσοχή από τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα -την ανισότητα, την επισφάλεια, την έμφυλη βία, την αόρατη εργασία των γυναικών- η υπερβολική εστίαση σε μια λέξη μπορεί να λειτουργήσει σαν καπνός που κρύβει τη φωτιά, σαν εύκολη διαμάχη που αντικαθιστά τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις, και η δημοκρατική σκέψη οφείλει να θυμάται ότι η ισότητα δεν κερδίζεται με λεξικές διορθώσεις αλλά με πολιτικές αποφάσεις, με συλλογικούς αγώνες και με μια κοινωνία που επιλέγει να μοιραστεί δίκαια την εξουσία.
Η γλώσσα θα συνεχίσει να αλλάζει, όπως άλλαξε πάντα, και οι λέξεις που σήμερα μας φαίνονται αυτονόητες μπορεί αύριο να αντικατασταθούν από άλλες πιο ακριβείς, πιο ευαίσθητες ή πιο σύγχρονες, όμως αυτή η αλλαγή θα προκύψει από τη ζωή των ανθρώπων και όχι από την επιθυμία να βρούμε ενόχους στο λεξικό, γιατί η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται από το πόσες λέξεις διορθώσαμε αλλά από το πόσους ανθρώπους συμπεριλάβαμε στην κοινή μας ιστορία. Και αυτό είναι το κρίσιμο ζήτημα, το μεγάλο στοίχημα αν θέλετε, στην εποχή του πολέμου και της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος.
Ειρηναίος Μαράκης
3.4.2026
(Παρατηρήσεις, διορθώσεις και σχόλια είναι καλοδεχούμενα. Το παραπάνω αποτελεί άρθρο γνώμης βασισμένο στην παρατήρηση και τον διάλογο, αλλά προφανώς τα λάθη δεν μπορούν να αποκλειστούν.)





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου