Η επικίνδυνη ρομαντικοποίηση της οργής


Η ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ

Όταν η βία ερμηνεύεται ως «αντίσταση», η κοινωνία κινδυνεύει να χάσει το πιο στοιχειώδες όριο: την αδιαπραγμάτευτη αξία της ανθρώπινης ζωής

Με αφορμή την υπόθεση του 89χρονου στην Αθήνα που πυροβόλησε εργαζόμενους και εργαζόμενες, η κοινωνία βρέθηκε για ακόμη μια φορά αντιμέτωπη με έναν γνώριμο αλλά επικίνδυνο πειρασμό: να μετατρέψει μια πράξη βίας σε ένα αφηρημένο, και γι’ αυτό ακόμη πιο επικίνδυνο, αφήγημα κοινωνικής δικαίωσης, αναζητώντας μέσα σε μια επίθεση κατά ανθρώπων της δουλειάς ένα «νόημα» ή μια «αιτία» που εύκολα βαφτίζεται ως πράξη «αντίστασης». Έτσι, για ακόμη μία φορά, το κοινωνικό βλέμμα υιοθετεί μια συγκαταβατική στάση απέναντι στον δράστη, στρέφεται προς την προσωπική του ιστορία ή την πιθανή του απόγνωση και απομακρύνεται από το πιο άμεσο και αδιαπραγμάτευτο στοιχείο της υπόθεσης: τον φόβο, τον τραυματισμό και την έκθεση στον θάνατο ανθρώπων που βρέθηκαν απλώς στη θέση τους, κάνοντας τη δουλειά τους. Και μέσα σε αυτή τη μετατόπιση, που σπάνια είναι συνειδητή αλλά σχεδόν πάντα έχει πολιτικό και ηθικό βάρος, καλλιεργείται μια μορφή κατανόησης η οποία, χωρίς να το ομολογεί, μπορεί εύκολα να γείρει προς την ανοχή. Είναι η ίδια εκείνη παλιά τάση που, μπροστά σε ένα τραγικό γεγονός, βιάζεται να ψάξει τον «λόγο» και όχι την ευθύνη, να ερμηνεύσει το γεγονός αντί να το κρίνει αντικειμενικά και, τελικά, να ντύσει την πράξη με εύκολες - σχεδόν γλυκανάλατες - συναισθηματικές ερμηνείες, οδηγώντας σε μια άτακτη υποχώρηση μπροστά στη σκληρή αλήθεια, η οποία παραμένει αμετάβλητη όσο κι αν προσπαθούμε να την εξωραΐσουμε.

Οι επιθέσεις αυτού του τύπου είναι «καλές», μέσα σε πολλά εισαγωγικά, για τις χολιγουντιανές ταινίες, εκεί όπου η βία εμφανίζεται ως κάθαρση, ως μορφή εκδίκησης και, τελικά, ως αποκατάσταση μιας διαταραγμένης ισορροπίας, ως η ηθική δικαίωση ενός μοναχικού «ήρωα» που παίρνει τον νόμο στα χέρια του. Στην πραγματική ζωή, όμως, δεν υπάρχει σκηνοθέτης και σενάριο, ούτε δεύτερη λήψη, αλλά άνθρωποι που τρομάζουν, εργαζόμενοι που κινδυνεύουν, οικογένειες που αγωνιούν και μια κοινωνία που πληγώνεται και δοκιμάζεται σκληρά. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια αυθόρμητη έκρηξη οργής, όπως συχνά μας αρέσει να πιστεύουμε για να ελαφρύνουμε τη συνείδησή μας ή να εξηγήσουμε το ανεξήγητο, αλλά για μια συνειδητή ακολουθία πράξεων που φέρει τα χαρακτηριστικά της επιλογής, της επιμονής και ενός σχεδιασμού που οφείλει να μας προβληματίσει. Όταν κάποιος παίρνει ένα όπλο, όταν επιλέγει - με βάση τη δική του αντίληψη - συγκεκριμένο χώρο, στόχο και χρόνο, όταν μετακινείται και συνεχίζει να επιτίθεται, όταν επιμένει στη βία ακόμη και μετά την πρώτη πράξη, τότε δεν εκφράζει απλώς κάποια μορφή αγανάκτησης, αλλά υλοποιεί ένα σχέδιο που στρέφεται εναντίον ανθρώπων: υπαλλήλων, εργαζομένων και πολιτών. Σε αυτή την περίπτωση δεν έχουμε μπροστά μας μια, έστω και ατελή, κοινωνική διαμαρτυρία, αλλά μια πράξη που ακυρώνει την ίδια την ιδέα της κοινωνικής συνοχής και της αλληλεγγύης, αφού το συγκεκριμένο είδος βίας δεν είναι γλώσσα διαλόγου, ούτε απελπισμένο αίτημα για δικαιοσύνη, ούτε - βεβαίως - κάποια μορφή πολιτικής πάλης. Αντίθετα, είναι η άρνηση της πολιτικής, η κατάρρευση του διαλόγου, η στιγμή όπου ο άνθρωπος αποφασίζει ότι η προσωπική του οργή ή ακόμη και το προσωπικό του συμφέρον αξίζει περισσότερο από τη ζωή του άλλου.

Η κοινωνική, πολιτική και κυρίως ταξική αδικία είναι πραγματική και βαθιά. Δεν την αρνείται κανείς που έχει ζήσει και ζει μέσα σε αυτή την κοινωνία, που έχει δει τις συντάξεις, τους μισθούς και τα επιδόματα να καθυστερούν ή και να περικόπτονται, ανθρώπους να περιμένουν μια πενιχρή οικονομική ενίσχυση που συχνά μοιάζει περισσότερο με ελεημοσύνη παρά με δικαίωμα, οικογένειες να στενάζουν κάτω από το βάρος της αβεβαιότητας, εργαζόμενους και εργαζόμενες να παλεύουν καθημερινά με την ανασφάλεια, και ηλικιωμένους ή άτομα με αναπηρία να αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι από ένα κράτος που συχνά καθυστερεί ή αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ίδιες του τις υποχρεώσεις. Είναι μια πραγματικότητα που δεν χρειάζεται θεωρητική επιβεβαίωση, γιατί καταγράφεται ήδη στην καθημερινή εμπειρία: τη γνωρίζουμε, τη βιώνουμε και, σε μεγάλο βαθμό, τη συναντάμε διαρκώς μπροστά μας, στους χώρους εργασίας, στα σπίτια, στους δρόμους, στις παρέες και στις δημόσιες συζητήσεις, ως μια σταθερή υπενθύμιση των ορίων και των ανισοτήτων που διαπερνούν την κοινωνική ζωή.

Στις δημόσιες - αλλά και ευρύτερα στις ιδιωτικές - υπηρεσίες, αυτό που βιώνεται τα τελευταία χρόνια, και ιδίως μετά την περίοδο της πανδημίας του Covid, είναι μια σταδιακή αλλά σταθερή επιδείνωση της δυνατότητας ουσιαστικής πρόσβασης και εξυπηρέτησης των πολιτών, η οποία δεν αφορά απλώς την ταλαιπωρία ή την καθυστέρηση, αλλά μια βαθύτερη μετατόπιση του ίδιου του τρόπου με τον οποίο το κράτος και οι θεσμοί αντιλαμβάνονται τη σχέση τους με τον πολίτη. Η ψηφιοποίηση, η οποία παρουσιάστηκε ως εκσυγχρονισμός και πράγματι έχει προσφέρει αυτονόητες διευκολύνσεις σε συγκεκριμένες διαδικασίες, όπως η έκδοση πιστοποιητικών ή ταυτοτήτων, έχει σε πολλές περιπτώσεις μετατραπεί σε μηχανισμό μετακύλισης ευθυνών προς τον ίδιο τον εργαζόμενο πολίτη, ο οποίος καλείται πλέον να διεκπεραιώνει μόνος του διαδικασίες που παλαιότερα ανήκαν στη σφαίρα της δημόσιας υπηρεσίας, και μάλιστα χωρίς την αντίστοιχη υποστήριξη, καθοδήγηση ή δωρεάν παροχή βοήθειας που θα όφειλε να εγγυάται ένα κοινωνικό κράτος. Με πρόσχημα τον ψηφιακό μετασχηματισμό, τον οποίο κυβερνητικά χείλη έχουν κατά καιρούς περιγράψει ακόμη και ως «φθηνή λύση», έχει συντελεστεί μια εκτεταμένη αποψίλωση των υπηρεσιών από ανθρώπινο δυναμικό, με αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της εργασίας για τους εναπομείναντες υπαλλήλους και τη δραματική πτώση της ποιότητας εξυπηρέτησης, ενώ η απουσία επαρκούς στελέχωσης δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο καθυστερήσεων, κόπωσης και θεσμικής δυσλειτουργίας. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο οξεία στις τράπεζες, όπου η φυσική πρόσβαση των πολιτών έχει σχεδόν εξαφανιστεί, με τη δια ζώσης εξυπηρέτηση να περιορίζεται διαρκώς και τον πολίτη να ωθείται υποχρεωτικά σε ψηφιακά κανάλια, ανεξαρτήτως δεξιοτήτων ή δυνατοτήτων, γεγονός που για ηλικιωμένους ανθρώπους ή ευάλωτες κοινωνικές ομάδες ισοδυναμεί συχνά με αποκλεισμό. Συνεπώς, αν δεν υπάρχει το κατάλληλο οικογενειακό ή κοινωνικό δίκτυο στήριξης, η κατάσταση αυτή μετατρέπεται σε ένα πραγματικό αδιέξοδο που ενισχύει και διευρύνει από βασικές λειτουργίες της κοινωνικής ζωής.

Σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον προστίθεται μια γενικότερη συνθήκη εντεινόμενης κοινωνικής έντασης, όπου η βία -ρητή ή υπαινικτική, θεσμική ή καθημερινή - κανονικοποιείται και οργανώνεται μέσα από την πίεση της εργασιακής απορρύθμισης, την επισφάλεια, τη διαρκή αβεβαιότητα και τη συσσωρευμένη ματαίωση που βιώνουν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, ενώ ταυτόχρονα η διεθνής και εγχώρια δημόσια σφαίρα συχνά αναπαράγει, άμεσα ή έμμεσα, την ιδέα ότι η ισχύς και όχι το δίκαιο καθορίζει την έκβαση των πραγμάτων. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς ότι κατά καιρούς διατυπώνονται ακόμη και πολιτικές ή θεσμικές τοποθετήσεις που, στο όνομα της «ατομικής ευθύνης» ή άλλων επιχειρημάτων, αγγίζουν επικίνδυνα τα όρια μιας λογικής μεγαλύτερης ανοχής στην οπλοκατοχή ή στη βία, δημιουργώντας ένα πολιτισμικό υπόστρωμα που, ακόμη κι αν δεν συνδέεται άμεσα με μεμονωμένα περιστατικά, συμβάλλει στη γενικότερη απορρύθμιση της αίσθησης ασφάλειας και κοινωνικής εμπιστοσύνης. Μέσα σε αυτό το πλέγμα, είναι εύκολο να ειπωθεί ότι πρόκειται για «μεμονωμένα περιστατικά» ή για «μια περίπτωση ατομικής διαταραχής», όμως μια τέτοια ανάγνωση, όσο βολική κι αν είναι, αποφεύγει τη δυσκολότερη αλήθεια: ότι η βία δεν γεννιέται σε κενό, αλλά τρέφεται από συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες, θεσμικές και πολιτικές επιλογές καθώς και μια γενικότερη κουλτούρα πίεσης και ταξικής ανισότητας που διαπερνά την καθημερινή ζωή. Μέσα σε όλα αυτά, που δεν είναι αδιάφορα για κανέναν, η ελάχιστη αλλά ουσιαστική πράξη πολιτικής και ανθρώπινης ευθύνης είναι η αλληλεγγύη προς τους συνανθρώπους μας που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του σημερινού δολοφονικού περιστατικού.

Άλλοθι

Όμως, και σε αυτό οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η κοινωνική αδικία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε βία, ούτε να γίνεται άλλοθι για να απειληθεί η ζωή ανθρώπων που δεν φέρουν προσωπική ευθύνη για το ένα ή το άλλο πρόβλημα. Βλέπετε, αν δεχθούμε κάτι τέτοιο ως αληθινό τότε ανοίγουμε την πόρτα σε μια κοινωνία όπου κάθε προσωπικό αδιέξοδο, κάθε θυμός, κάθε πικρία θα μπορεί να οπλίζει ένα χέρι και να ζητά «δικαιοσύνη» μετατρέποντας τη συλλογική ζωή σε πεδίο ατομικής εκδίκησης. Τότε δεν θα μιλάμε πια για κοινωνική δικαιοσύνη αλλά για κοινωνική αποσύνθεση. Τολμώ να το πω καθαρά και χωρίς περιστροφές: τέτοιες πράξεις είναι το άλας του φασισμού και της κοινωνικής αντίδρασης, όχι επειδή προέρχονται απαραίτητα από ιδεολογικά οργανωμένες δυνάμεις αλλά επειδή δημιουργούν το έδαφος πάνω στο οποίο ευδοκιμεί ο φόβος, η ανασφάλεια και τελικά η απαίτηση για αυστηρότερη καταστολή, αφού η τυφλή βία δεν απελευθερώνει τους ανθρώπους αλλά τους φοβίζει, δεν ανοίγει δρόμους δημοκρατίας αλλά κλείνει πόρτες ελευθερίας, λειτουργώντας ως το πιο βολικό επιχείρημα για όσους θέλουν να περιορίσουν τα εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα, να ενισχύσουν τους μηχανισμούς ελέγχου και να μετατρέψουν την κοινωνία σε χώρο καχυποψίας και επιτήρησης. Στο τέλος της ημέρας, όσο κι αν προσπαθούμε να αποφύγουμε τη σαφή θέση, η κοινωνία καλείται να αποφασίσει και κυρίως, να διαλέξει ανάμεσα σε δύο δρόμους: είτε με τις ζωές των πολλών είτε με το καπρίτσιο του ενός, είτε με την αξία της ανθρώπινης ζωής είτε με την επικίνδυνη ιδέα ότι η οργή μπορεί να γίνει δικαστής και εκτελεστής ταυτόχρονα. Και αυτή η επιλογή δεν είναι θεωρητική αλλά βαθιά πολιτική και βαθιά ηθική, γιατί από αυτήν εξαρτάται αν θα ζούμε σε μια κοινωνία δικαίου ή σε μια κοινωνία φόβου.

Υπάρχει, τέλος, και ένα απλό ερώτημα που αποκαλύπτει την αντίφαση πίσω από την πράξη και φωτίζει το πραγματικό της περιεχόμενο: αν ο άνθρωπος αυτός επικαλούνταν οικονομική αδικία, αν υποστήριζε ότι δεν λάμβανε τη σύνταξή του και βρισκόταν σε οικονομικό αδιέξοδο, με ποια χρήματα σχεδίαζε να φύγει στο εξωτερικό και πώς θα μπορούσε να επιβιώσει εκεί; Το ερώτημα αυτό, αν και μοιάζει, δεν είναι ούτε κυνικό ούτε ειρωνικό αλλά βαθιά πολιτικό, γιατί δείχνει ότι δεν μιλάμε μόνο για κάποια απεγνωσμένη κίνηση αλλά για μια συνειδητή επιλογή - και οι επιλογές, ιδίως όταν στρέφονται εναντίον της ζωής άλλων ανθρώπων, δεν μπορούν να γίνονται αποδεκτές - ενώ ταυτόχρονα μας αναγκάζει να δούμε καθαρά τη διαφορά ανάμεσα στην κοινωνική ερμηνεία ενός γεγονότος και στη δικαιολόγηση της πράξης του, που δεν πρέπει ποτέ να συγχέονται.

Οι προοδευτικοί άνθρωποι, όσοι πραγματικά πιστεύουν στη δημοκρατία, στην κοινωνική δικαιοσύνη και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δεν μπορούν να επικροτούν, να εξωραΐζουν ή να σχετικοποιούν τέτοιες πράξεις. Αν το κάνουν, τότε προδίδουν τις ίδιες τις αρχές που επικαλούνται, γιατί η υπεράσπιση της ζωής δεν είναι ζήτημα ιδεολογικής ταυτότητας ούτε θέμα πολιτικής σκοπιμότητας αλλά το θεμέλιο πάνω στο οποίο στέκεται κάθε δημοκρατική κοινωνία - είτε η παρακμάζουσα αστική είτε η μελλοντική σοσιαλιστική - και, αν χαθεί αυτό το θεμέλιο, τότε όλα τα υπόλοιπα - δικαιώματα, ελευθερίες και κοινωνικές κατακτήσεις - καταρρέουν και χάνουν το πραγματικό τους περιεχόμενο, όσο ισχυρά κι αν διακηρύσσονται. Και αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη αλλά και η πιο αναγκαία αλήθεια: η κοινωνική πρόοδος δεν μετριέται από το πόσο δυνατά φωνάζουμε για τη δικαιοσύνη αλλά από το πόσο σταθερά υπερασπιζόμαστε τη ζωή, μια υπεράσπιση που πρέπει να ισχύει χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς αστερίσκους και χωρίς εκπτώσεις.

Πολιτικές ευθύνες

Χωρίς να αναιρείται ούτε στο ελάχιστο η ατομική ευθύνη για μια πράξη βίας, είναι αναγκαίο να ειπωθεί με ειλικρίνεια ότι τέτοια γεγονότα δεν γεννιούνται σε κοινωνικό κενό αλλά μέσα σε ένα περιβάλλον συσσωρευμένης ανασφάλειας, διοικητικής αδράνειας και πολιτικών επιλογών που διαχρονικά υποβάθμισαν την κοινωνική προστασία. Ταυτόχρονα, θα ήταν ανιστόρητο και άδικο να αποδοθούν όλες οι ευθύνες μόνο στη σημερινή διακυβέρνηση, γιατί η πραγματικότητα είναι ότι το πρόβλημα έχει ρίζες βαθύτερες και παλαιότερες. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας, άφησαν πίσω τους ένα κράτος συχνά αποσπασματικό, με ελλείψεις σε προσωπικό, με υποδομές γερασμένες και με κοινωνικές πολιτικές που αντιμετωπίστηκαν περισσότερο ως δημοσιονομικό βάρος παρά ως θεμέλιο της κοινωνικής συνοχής. Η λογική της διαρκούς λιτότητας, οι περικοπές σε υπηρεσίες πρόνοιας, η μεταφορά ευθυνών χωρίς επαρκείς πόρους και η χρόνια αδυναμία σχεδιασμού ενός σταθερού, αξιόπιστου συστήματος κοινωνικής προστασίας έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον όπου πολλοί άνθρωποι, ιδίως ηλικιωμένοι, αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι και αόρατοι.

Η πολιτική ευθύνη, λοιπόν, είναι συλλογική και διαχρονική: δεν αφορά μόνο το ποιος κυβερνά σήμερα, αλλά το πώς οικοδομήθηκε επί δεκαετίες ένα κράτος που αρνείται, από θέση και άποψη, να σταθεί δίπλα στον πολίτη την κρίσιμη στιγμή. Και αν υπάρχει ένα πραγματικά προοδευτικό συμπέρασμα από αυτή την τραγωδία, αυτό είναι ότι η κοινωνική ασφάλεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τεχνικό ζήτημα διαχείρισης, αλλά ως ζήτημα δημοκρατίας, αξιοπρέπειας και ουσιαστικής φροντίδας για τον άνθρωπο.

Ειρηναίος Μαράκης

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις