Έμφυλη βία, τραύμα και πολιτική υποκρισία


Έμφυλη βία, τραύμα και πολιτική υποκρισία

Μια προσπάθεια κατανόησης

Η συμπεριφορά ενός ανθρώπου μετά από ένα τόσο σοβαρό τραύμα, όπως ο βιασμός, είναι εξαιρετικά σύνθετη. Οι αντιδράσεις μιας επιζήσασας συχνά έρχονται σε αντίθεση με αυτό που η σεξιστική «κοινή λογική» αντιμετωπίζει ως «αναμενόμενο» ή «φυσιολογικό». Ο ανθρώπινος ψυχισμός μπορεί να επιστρατεύσει διαφορετικούς μηχανισμούς άμυνας και επιβίωσης, οι οποίοι διαμορφώνονται μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που συχνά ενοχοποιεί το θύμα αντί για τον θύτη. Συγκεκριμένα, όταν μια γυναίκα έρχεται αντιμέτωπη με μια απειλή ή μια ξαφνική παραβίαση των ψυχολογικών και σωματικών ορίων της, ο εγκέφαλος δεν επιλέγει πάντα τη μάχη ή τη φυγή. Πολύ συχνά ενεργοποιείται το πάγωμα, μια κατάσταση όπου το θύμα παραλύει σωματικά και συναισθηματικά, αδυνατώντας να μιλήσει ή να αντιδράσει εκείνη τη στιγμή. Αυτή η σωματική στασιμότητα εντείνεται από την κοινωνική πίεση, καθώς οι γυναίκες διδάσκονται από μικρή ηλικία να είναι ευγενικές, να μην δημιουργούν σκηνές και να αποφεύγουν τις συγκρούσεις, γιατί ο ρόλος της γυναίκας είναι να σέβεται όσους έχουν εξουσία – τον πατέρα, τον σύντροφο, τον γιο, τον εργοδότη, τον δάσκαλο, τον παπά της ενορίας. Στην αρχή των πρώτων αναγνωριστικών κινήσεων από τον μελλοντικό κακοποιητή της, η επιζήσασα μπορεί να προσπαθήσει να υποβαθμίσει το γεγονός στο μυαλό της, ελπίζοντας ότι αν δεν αντιδράσει, η κατάσταση θα εκτονωθεί από μόνη της και δεν θα διαταραχθεί η κοινωνική ισορροπία.

Σε κάποιες περιπτώσεις, όταν δεν υπάρχει επαγγελματική, οικογενειακή ή άλλη τυπική σύνδεση, η συνέχιση της επαφής μετά τον πρώτο βιασμό ξενίζει τους παρατηρητές, και όχι άδικα, αλλά μια τέτοια στάση από την πλευρά του θύματος εξηγείται από σύνθετους ψυχολογικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς. Άλλωστε το τραύμα της έμφυλης βίας είναι τόσο βαρύ και βαθειά ριζωμένο, ώστε ένα άτομο μπορεί να προσπαθήσει να διαχειριστεί την πραγματικότητα μέσα από την άρνηση, την αποσύνδεση ή την υποβάθμιση του γεγονότος. Ακόμα, η διατήρηση της επαφής με τον θύτη μπορεί να αποτελεί μια ύστατη προσπάθεια να πείσει τον εαυτό του ότι η ζωή συνεχίζεται κανονικά και ότι διατηρεί ακόμη κάποιον έλεγχο της ύπαρξής του. Αυτή η παρατεταμένη αλληλεπίδραση, ειδικά όταν απουσιάζουν στοιχεία εξάρτησης, γεννά συχνά ερωτήματα γύρω από τις αντοχές και τα κίνητρα του θύματος – με σοβαρό κίνδυνο να αναγνωριστεί ως η μόνη υπεύθυνη για όσα βίωσε. Στην πραγματικότητα, η ρίζα του φαινομένου βρίσκεται στη βαθιά εσωτερική σύγχυση που μπορεί να προκαλέσει η κακοποίηση, όπου η βίαιη ανατροπή της πραγματικότητας οδηγεί το θύμα σε έναν φαύλο κύκλο αυτοενοχοποίησης. Η τάση να αναζητά κανείς ευθύνες στη δική του συμπεριφορά αποτελεί μια προσπάθεια εκλογίκευσης του παράλογου, καθιστώντας την επιζήσασα ευάλωτη στη συναισθηματική χειραγώγηση του δράστη. Η επαναλαμβανόμενη επαφή, επομένως, δεν μπορεί από μόνη της να ερμηνευτεί ως συναίνεση ούτε να χρησιμοποιηθεί ως αυτόματο τεκμήριο ότι η παραβίαση δεν συνέβη.

Σε αυτό το σημείο, η εξομάλυνση του τραύματος λειτουργεί ως ένας από τους πιο ισχυρούς και οδυνηρούς μηχανισμούς άμυνας. Αν η γυναίκα αποδεχτεί πλήρως και ακαριαία ότι βιάστηκε, έρχεται αντιμέτωπη με έναν ανυπόφορο συνδυασμό τρόμου, πόνου και κοινωνικού στίγματος. Μέσα σε μια κοινωνία που κρίνει τις γυναίκες για το τι φορούσαν, πού πήγαν ή πώς αντέδρασαν ή απλά γιατί είναι γυναίκες – πολλές φορές θα δούμε στον δρόμο τυχαίους άντρες να γυρίζουν το βλέμμα δεξιά κι αριστερά σαν ραντάρ και να σχολιάζουν την εμφάνιση μιας γυναίκας, κυρίως νεαρής, ακόμα και όταν φοράει απλά καθημερινά ρούχα, όπως ένα σορτς ή μία φούστα –, η παραδοχή του βιασμού κουβαλά το ασήκωτο βάρος της θυματοποίησης. Κρατώντας μια τυπική ή φιλική επαφή, καμιά φορά και ερωτική, το άτομο μπορεί να προσπαθεί ασυνείδητα να υποβαθμίσει την πράξη σε «μια κακή ή μπερδεμένη στιγμή». Την ίδια στιγμή, μετατρέποντας νοητικά την κακοποίηση σε ένα απλό περιστατικό κακής συνεννόησης, η επιζήσασα προστατεύει – έστω και επιφανειακά – τον εαυτό της από την ψυχική συντριβή, εκλογικεύοντας το συμβάν ώστε να μπορεί να το διαχειριστεί και να συνεχίσει να λειτουργεί στην καθημερινότητά της χωρίς να καταρρεύσει. Αυτό, βέβαια, στην πραγματικότητα διατηρεί και ενισχύει την κακοποίηση και ουδέποτε βοηθάει το θύμα στην προσπάθειά του για απελευθέρωση.


Όμως ο φόβος δεν σταματά μετά την πράξη. Το θύμα μπορεί να φοβάται ότι αν κόψει απότομα την επαφή, ο θύτης θα θυμώσει, θα γίνει πιο βίαιος, θα τη διασύρει ή θα την εκδικηθεί,
και αυτός ο φόβος μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη στάση της – σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, ο κίνδυνος κλιμάκωσης της βίας μπορεί να φτάσει και στη γυναικοκτονία, οπότε η διατήρηση της επαφής μπορεί να λειτουργεί ως ένας τρόπος να κρατά τον θύτη ήρεμο. Όλο αυτό συνδέεται στενά και με την απόκριση υποταγής, όπου η επιζήσασα προσπαθεί να καλοπιάσει ή να μείνει κοντά στον θύτη προκειμένου να εξασφαλίσει την ασφάλειά της. Και είναι αλήθεια, κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά στο σοκ και η έλλειψη άμεσης αντίδρασης ή η μεταγενέστερη συμπεριφορά δεν αναιρεί το γεγονός της ψυχολογικής και σωματικής παραβίασης. Αντίθετα, αναδεικνύει πόσο βαθιά μπορεί να επηρεαστεί η κρίση ενός ατόμου κάτω από το βάρος της έμφυλης κακοποίησης και των κοινωνικών προκαταλήψεων. Επίσης, αυτό δεν αναιρεί ότι το θύμα μπορεί να μην αξιοποιεί – αν και είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι απίθανο – τις ελάχιστες αναλαμπές και δυνατότητες που ενδέχεται να εμφανιστούν για να σπάσει τα δεσμά της εξάρτησης, της εκμετάλλευσης, της αλλοτρίωσης και του φόβου. Όμως, και εδώ χρειάζεται η μέγιστη προσοχή μας – ιδιαίτερα από τους άντρες σχολιαστές, όπως εγώ –, γιατί ακριβώς σε τέτοια σημεία πιάνουν οι βιαστές και οι φίλοι τους το θύμα, για να το στοχοποιήσουν και να δικαιολογήσουν το έγκλημα. Η κακοποίηση δεν μπορεί να κρίνεται με τα μέτρα μιας ψύχραιμης και ελεύθερης επιλογής, όταν η ίδια η κακοποίηση έχει διαλύσει την αίσθηση ελευθερίας και επιλογής του θύματος. Η ευθύνη βρίσκεται πάντοτε στον θύτη και σε εκείνους που επιχειρούν να μετατρέψουν την επιβίωση του θύματος σε άλλοθι για το έγκλημα.

Η έμφυλη βία στον δημόσιο λόγο

Όταν αυτή η κακοποίηση μεταφέρεται στον δημόσιο λόγο, συχνά ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα ακόμη προβληματικό φαινόμενο: μια καταγγελία για βιασμό να κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα μέσα από υπονοούμενα, χωρίς επίσημες αναφορές σε ονόματα, ενώ διάφοροι σχολιαστές αφήνουν γρίφους και υπαινιγμούς. Πρόκειται για ένα σύνθετο πρόβλημα, που αντανακλά τόσο τα κενά του θεσμικού συστήματος όσο και τις παθογένειες της ψηφιακής δημόσιας σφαίρας. Η αποσπασματική αυτή ροή πληροφοριών μπορεί να πηγάζει – και εδώ δεν εξετάζουμε αν το θύμα ενός βιασμού έχει αποκαλύψει, ιδιωτικά ή δημόσια, σε περιορισμένο κύκλο ή ευρύτερα, την ταυτότητα του βιαστή του – μεταξύ άλλων, από τον φόβο των νομικών συνεπειών και των εξοντωτικών μηνύσεων, συμπεριλαμβανομένων των SLAPPs, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο εκφοβισμού και φίμωσης, αναγκάζοντας ακόμη και όσους γνωρίζουν ή υποψιάζονται τι έχει συμβεί να μιλούν με μισόλογα για να προστατευτούν. Ταυτόχρονα, η βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη, οι θεσμικές καθυστερήσεις και η δευτερογενής θυματοποίηση που συχνά υφίστανται οι επιζήσασες τόσο κατά την προδικαστική όσο και κατά τη δικαστική διαδικασία, εφόσον η υπόθεση φτάσει εκεί, ενισχύουν την προσφυγή στα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία μετατρέπονται σε έναν άτυπο και προβληματικό χώρο δημόσιας καταγγελίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε υποκατάστατο της απονομής δικαιοσύνης. Τα υπονοούμενα, ωστόσο, μπορεί να λειτουργούν και ως ασπίδα προστασίας για την ίδια την επιζήσασα: η άμεση αποκάλυψη του ονόματος του δράστη ενδέχεται να οδηγήσει, άμεσα ή έμμεσα, και στη δική της ταυτοποίηση, εκθέτοντάς την στον κοινωνικό διασυρμό, την αμφισβήτηση και την αναπαραγωγή της κακοποίησης μέσα από τον δημόσιο λόγο. Γι’ αυτό η κριτική στα υπονοούμενα δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τις συνθήκες που τα γεννούν: όταν μια επιζήσασα φοβάται να μιλήσει ανοιχτά, το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στον τρόπο με τον οποίο μιλά, αλλά και σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να κάνει την καταγγελία της βίας επικίνδυνη για την ίδια.

Ωστόσο, η διαχείριση αυτών των περιστατικών στο διαδίκτυο φέρνει στην επιφάνεια μια σοβαρή επιλεκτικότητα στα πολιτικά αντανακλαστικά της κοινότητας. Παρατηρείται συχνά μια εμφανής ανακολουθία, ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα του φερόμενου ως δράστη: ενώ σε περιπτώσεις που συνδέονται με συντηρητικούς ή ακροδεξιούς κύκλους η δημόσια κατακραυγή είναι άμεση, όταν οι υπόνοιες αγγίζουν πρόσωπα από τον προοδευτικό, αριστερό ή αναρχικό χώρο μπορεί να επιβάλλεται μια στάση αμήχανης σιωπής. Αυτό το φαινόμενο της προστατευτικής συγκάλυψης όχι μόνο στερεί από το φεμινιστικό κίνημα την αξιοπιστία του, αλλά υποβαθμίζει τις καταγγελίες σε αντικείμενο ψηφιακού σχολιασμού και παραπολιτικής ίντριγκας. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι ότι ο κακοποιητής παραμένει στο απυρόβλητο, καλυμμένος πίσω από την κομματική ή ιδεολογική του ταυτότητα, ενώ το θύμα στερείται τη δικαίωση. Σε τέτοιες στιγμές, η προσφυγή στα αρμόδια νομικά όργανα και η παρέμβαση της Δικαιοσύνης καθίστανται το ελάχιστο αναγκαίο βήμα για τη διάλυση της ατιμωρησίας.

Το κίνημα του #MeToo, στην Ελλάδα και διεθνώς, έπαιξε σε αυτή την υπόθεση έναν διττό και καθοριστικό ρόλο. Από τη μία πλευρά, έσπασε μια σιωπή δεκαετιών, έδωσε στις επιζήσασες τη δυνατότητα να μιλήσουν δημόσια και ανέδειξε την έμφυλη βία ως κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα και όχι ως μια «ιδιωτική υπόθεση» που αξίζει να κρύψουμε και να φυλάξουμε τα στοιχεία της στο συρτάρι. Έδειξε, επίσης, ότι απέναντι στην έμφυλη βία δεν μπορεί να υπάρχουν διαφορετικά μέτρα και σταθμά, ανάλογα με τον πολιτικό χώρο, τις παρέες ή τις ιδεολογικές αναφορές του φερόμενου ως δράστη. Από την άλλη, αυτή η ορατότητα κινδυνεύει να υπονομευτεί όταν περνά μέσα από τη λογική των αλγορίθμων και της ψηφιακής κατανάλωσης. Η καταγγελία μετατρέπεται εύκολα σε θέαμα, η συζήτηση σε κυνήγι εντυπώσεων και ο δημόσιος διάλογος σε ένα ιδιότυπο «δικαστήριο της κοινής γνώμης», όπου η φήμη και ο υπαινιγμός μπορούν να υποκαταστήσουν την έρευνα και τη λογοδοσία. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν βρίσκεται στο ίδιο το κίνημα ούτε στην ανάγκη να σπάσει η σιωπή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο η καταγγελία εντάσσεται σε μια δημόσια σφαίρα που συχνά ευνοεί την πόλωση, τη φημολογία και την πολιτική εργαλειοποίηση. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η σιωπή ούτε η ψηφιακή διαπόμπευση, αλλά η απαίτηση για ουσιαστική διερεύνηση, προστασία των επιζωσών και πραγματική λογοδοσία, χωρίς πολιτικές ή ιδεολογικές εξαιρέσεις.

Αυτή η ανάγκη για εσωτερική κάθαρση αναδεικνύει την πολιτική ευθύνη των ίδιων των προοδευτικών και αριστερών συλλογικοτήτων να δημιουργήσουν ουσιαστικούς και αδιάβλητους μηχανισμούς ελέγχου. Η ύπαρξη ανεξάρτητων επιτροπών δεοντολογίας στο εσωτερικό των πολιτικών οργανώσεων είναι αναγκαία, ώστε καμία καταγγελία να μην μπορεί να εργαλειοποιείται, να αποσιωπάται ή να συγκαλύπτεται στο όνομα της κομματικής ή οργανωτικής σκοπιμότητας. Οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι πραγματικά ανεξάρτητες από τις εσωτερικές ιεραρχίες και τους συσχετισμούς εξουσίας, να στελεχώνονται από πρόσωπα με την απαραίτητη γνώση και εμπειρία και να διασφαλίζουν την εχεμύθεια, την αντικειμενικότητα και τον σεβασμό προς την επιζήσασα. Η θεσμοθέτηση τέτοιων διαδικασιών δεν υποκαθιστά την αστική Δικαιοσύνη ούτε μπορεί να λειτουργήσει ως εσωτερικό δικαστήριο. Αντίθετα, η ίδια η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, εφόσον νοείται ως συλλογική δημοκρατική συζήτηση, λογοδοσία και ενιαία εφαρμογή των αποφάσεων, μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ενάντια στη συγκάλυψη και την αυθαιρεσία: καμία προσωπική σχέση, πολιτική επιρροή ή εσωτερική ισορροπία δεν μπορεί να υπερισχύει των συλλογικά συμφωνημένων κανόνων απέναντι στην έμφυλη βία. Οι πολιτικοί χώροι που μιλούν για ισότητα, χειραφέτηση και κοινωνική απελευθέρωση οφείλουν να αποδεικνύουν στην πράξη ότι δεν θα μετατρέπονται σε καταφύγια για κακοποιητές και ότι η προστασία κάθε θύματος έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της ομοφοβικής και τρανσφοβικής βίας, δεν μπορεί να υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη προστασίας προσώπων, σχέσεων και πολιτικών ισορροπιών.

Προκειμένου να σπάσει αυτό το αδιέξοδο μεταξύ της θεσμικής αδράνειας και του διαδικτυακού θεάματος, τα εργατικά συνδικάτα και τα σωματεία στους χώρους εργασίας μπορούν να διαδραματίσουν έναν οργανικό και ανατρεπτικό ρόλο. Μέσα σε ένα σύστημα που απομονώνει το θύμα, η συλλογική οργάνωση μετατρέπει την ατομική ευαλωτότητα σε ταξική και κοινωνική ισχύ. Τα συνδικάτα οφείλουν να λειτουργούν ως πρώτη γραμμή ασφαλούς υποδοχής των καταγγελιών, σπάζοντας την ιεραρχική πίεση της εργοδοσίας που συχνά συγκαλύπτει τους θύτες για να προστατεύσει το εταιρικό ή πολιτικό της προφίλ. Μέσα από ανεξάρτητες επιτροπές ισότητας, εσωτερικά και εμπιστευτικά πρωτόκολλα διαχείρισης και παροχή νομικής κάλυψης, οι εργατικές συλλογικότητες αφαιρούν από τους ώμους της επιζήσασας το δυσβάσταχτο κόστος μιας αντιπαράθεσης με έναν ιεραρχικά ισχυρότερο δράστη. Επιπλέον, με απεργιακή κινητοποίηση ή συλλογική άρνηση εργασίας σε περιπτώσεις συγκάλυψης, τα συνδικάτα μπορούν να πιέσουν για την απομάκρυνση του κακοποιητή και την απόδοση ευθυνών, δημιουργώντας ένα πραγματικό δίχτυ προστασίας που βασίζεται στην έμπρακτη αλληλεγγύη και όχι στη φιλανθρωπία της διοίκησης.

Συμπερασματικά, η έμφυλη βία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με όρους επικοινωνιακούς, ούτε η δικαιοσύνη για τις επιζήσασες μπορεί να εξαρτάται από τις κομματικές ταυτότητες των δραστών, είτε δεξιών είτε «αριστερών/προοδευτικών». Η απάντηση στο τέλμα της έμφυλης και σεξιστικής βίας απαιτεί ρήξη με κάθε μορφή συγκάλυψης, απ’ όπου κι αν προέρχεται, αλλά και σύγκρουση με τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που την αναπαράγουν. Γι’ αυτό ο αγώνας ενάντια στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, τον ρατσισμό, τον πόλεμο και τον σεξισμό δεν είναι παράλληλος με την πάλη ενάντια στην έμφυλη βία αλλά, αντίθετα, αποτελεί βασικό και πρωταρχικό της μέτωπο. Η πολιτική ειλικρίνεια και η ριζοσπαστική ηθική επιβάλλουν να αντιμετωπίσουμε χωρίς υπεκφυγές τις παθογένειες και τις σχέσεις εξουσίας στους δικούς μας χώρους, αλλά και να διεκδικήσουμε μια κοινωνία όπου η προστασία από τη βία δεν θα εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα, τις προσωπικές διασυνδέσεις ή την καλή θέληση της διοίκησης.

Απέναντι στην εμπορευματοποίηση της υγείας, την υποβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών και την εγκατάλειψη των γυναικών και των θυμάτων βίας στην ατομική τους μοίρα, χρειάζονται δημόσιες, δωρεάν και καθολικά προσβάσιμες δομές υγείας, ψυχικής υγείας, πρόνοιας και προστασίας των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, στελεχωμένες με μόνιμο προσωπικό και λειτουργούσες υπό εργατικό και κοινωνικό έλεγχο. Δομές που θα παρέχουν ασφαλή στέγη, νομική και ψυχολογική υποστήριξη, περίθαλψη και ουσιαστική προστασία, χωρίς ταξικούς, έμφυλους, φυλετικούς ή άλλους αποκλεισμούς. Άλλωστε, είναι γνωστό, αλλά χρειάζεται για ακόμη μια φορά να το τονίσουμε, ότι η αλληλεγγύη δεν μπορεί να μένει σύνθημα ούτε να περιορίζεται στην ψηφιακή καταγγελία: πρέπει να μετατρέπεται σε συλλογική δύναμη, σε οργάνωση στους χώρους δουλειάς και στις γειτονιές και σε αγώνα για δημόσιες κοινωνικές υποδομές που θα υπηρετούν τις ανάγκες των ανθρώπων και όχι τα κέρδη. Μόνο μέσα από αυτή τη συλλογική οργάνωση και τη σύγκρουση με τις πολιτικές που αναπαράγουν την εκμετάλλευση, τον ρατσισμό, τον πόλεμο και τον σεξισμό μπορούμε να ανοίξουμε τον δρόμο για μια κοινωνία χωρίς πατριαρχική βία, χωρίς συγκάλυψη και χωρίς καμία γυναίκα να μένει μόνη απέναντι στο τραύμα και την κακοποίηση.

Ειρηναίος Μαράκης
8.9.2026

[Σχόλια, παρατηρήσεις, διορθώσεις καλοδεχούμενα]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις