Γλυπτά για τη… βιτρίνα: Ο δημόσιος χώρος και οι ανάγκες της εργατικής τάξης θυσία για τα συμφέροντα της αγοράς


 

Γλυπτά για τη… βιτρίνα: Ο δημόσιος χώρος και οι ανάγκες της εργατικής τάξης θυσία για τα συμφέροντα της αγοράς

Απότο 1ο Συμπόσιο Γλυπτικής και τα 148.800 ευρώ μέχρι τη Δημοτική Αγορά και το πρώην στρατόπεδο Μαρκοπούλου: περισσότερη τουριστική βιτρίνα, λιγότερος δημόσιος χώρος και οι κοινωνικές ανάγκες στο περιθώριο

Υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για την πόλη πίσω από κάθε δημοτική πολιτική απόφαση κι επιλογή. Στην περίπτωση των Χανίων αυτή η αντίληψη γίνεται όλο και πιο καθαρή: η πόλη πρέπει να δείχνει «όμορφη», «εξωστρεφής» και «πολιτισμένη», αρκεί να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε όσα κάνουν την καθημερινότητα των κατοίκων της όλο και πιο δύσκολη. Έτσι, η διοίκηση Σημανδηράκη παρουσιάζει το 1ο Συμπόσιο Γλυπτικής Χανίων, στη μνήμη της εκλιπούσας γλύπτριας Ασπασίας Παπαδοπεράκη, ως την απαρχή ενός Πάρκου Γλυπτικής και ενός υπαίθριου μουσείου σύγχρονης ελληνικής γλυπτικής, με έργα που θα παραμείνουν στην πόλη. Ασφαλώς κανένας και καμία δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την αξία των καλλιτεχνών ή τη σημασία μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Εδώ όμως δεν κρίνουμε την τέχνη αλλά μια πολιτική επιλογή που κοστίζει 148.800 ευρώ από τα χρήματα των δημοτών. Όλο αυτό γίνεται χωρίς την αναγκαία συζήτηση για τις προτεραιότητες της πόλης, για το πώς κατανέμεται το ποσό, ποιο είναι το πραγματικό κόστος κάθε δράσης, πώς γίνονται οι αναθέσεις – που, κατά τη γνώμη μας, δεν θα έπρεπε να γίνονται καν – ποια είναι τα κριτήρια επιλογής των δημιουργών και ποιο ακριβώς είναι το συνολικό σχέδιο που υποτίθεται ότι υπηρετείται.
 

Σε αυτό το σημείο η λογοδοσία δεν είναι τυπική απαίτηση αλλά βαθύτατα πολιτικό ζήτημα. Αν ο Δήμος Χανίων επιθυμεί πράγματι να δημιουργήσει μια αξιόλογη δημόσια συλλογή σύγχρονης γλυπτικής, τότε ποια ακριβώς διαδικασία ακολουθήθηκε για την επιλογή των καλλιτεχνών, ποια είναι τα κριτήρια και ποιος αποφασίζει για τη σύνθεση και την κατεύθυνση της διοργάνωσης; Γνωρίζουμε ότι η καλλιτεχνική ευθύνη και ο συντονισμός της διοργάνωσης ανατίθενται στη γλύπτρια Αντωνία Παπατζανάκη και στο Μουσείο Αντωνίας Παπατζανάκη – Μ.Α.Π.- Α.Μ.Κ.Ε., σε συνεργασία με τον Δήμο Χανίων και την αρμόδια Καλλιτεχνική Επιτροπή, η οποία πρέπει να υπάρχει. Ωστόσο, ποια είναι αυτή η Επιτροπή, ποιοι θα την αποτελέσουν και με ποια διαδικασία θα επιλεγούν; Ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία επιλέχθηκαν οι επτά δημιουργοί και ποιο είναι το ακριβές αντικείμενο και κόστος της ανάθεσης; Πού ακριβώς κατευθύνονται τα 148.800 ευρώ και πώς θα διασφαλιστεί ότι η διοργάνωση δεν θα εξελιχθεί σε ακόμη μία αλυσίδα δημοτικών αναθέσεων και δημοσίων σχέσεων; Δεν αρκεί η επίκληση της ποιότητας των συμμετεχόντων ούτε η ρητορική περί «εξωστρέφειας» και «παρακαταθήκης». Παρόμοια λογική εμφανίζεται και σε άλλες διοργανώσεις του Δήμου σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κρήτης, όπως το Φεστιβάλ Βιβλίου και τα Ανοιχτά Πανιά. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τις πολυδιαφημισμένες καλλιτεχνικές δράσεις για τα επικείμενα εγκαίνια της Δημοτικής Αγοράς. Ενώ για την αποκατάσταση του ιστορικού κτιρίου πληρώθηκαν εργολάβοι, τεχνίτες, μηχανικοί και κάθε είδους εργασία, ο Δήμος απευθύνει «ανοιχτή πρόσκληση» σε καλλιτέχνες και μουσικούς να συμμετάσχουν αφιλοκερδώς. Η καλλιτεχνική εργασία βαφτίζεται για ακόμη μία φορά «συμμετοχή» και «προσφορά», την ώρα που παράγει θέαμα, επικοινωνιακή υπεραξία και πολιτικό όφελος για τη διοίκηση. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για μια βαθύτερη αντίληψη που μετατρέπει τη δημιουργική εργασία σε εύκολη και φθηνή πρώτη ύλη για την τουριστική εικόνα της πόλης.

Ας είμαστε ειλικρινείς: όταν επτά δημιουργοί καλούνται να αφήσουν επτά έργα και γι’ αυτό διατίθενται 148.800 ευρώ, η συζήτηση για το κόστος δεν είναι μικροπρέπεια ούτε επίθεση στην τέχνη, αλλά στοιχειώδης απαίτηση απέναντι στην τοπική κοινωνία. Ταυτόχρονα, τίθεται το ερώτημα ποιοι τελικά έχουν πρόσβαση σε μια τέτοια διοργάνωση, πού χωρούν οι νεότεροι καλλιτέχνες και με ποιον τρόπο συμμετέχουν οι ίδιοι οι κάτοικοι. Αντίστοιχα, δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητο ότι η επιλογή επτά δημιουργών και η μόνιμη τοποθέτηση επτά έργων σε έναν ιστορικό χώρο της πόλης αποτελούν αποκλειστικά διοικητική υπόθεση. Ο Δήμος μπορεί να προσφέρει χώρους, υποδομές, τεχνική βοήθεια και φιλοξενία, όμως για ένα τόσο μεγάλο οικονομικό βάρος απαιτείται καθαρή απάντηση για το ποιος το χρηματοδοτεί, με ποια διαδικασία και γιατί.

Το πρόβλημα μεγαλώνει όταν το Συμπόσιο εξεταστεί μέσα στο πραγματικό τοπίο των Χανίων. Η διαδικασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε κοινή θέα θα πραγματοποιηθεί στο Πάρκο Ειρήνης και Φιλίας, ένα σημείο της πόλης που απέχει πολύ από τον οργανωμένο, ζωντανό και επαρκώς φροντισμένο δημόσιο χώρο που χρειάζεται μια σύγχρονη πόλη. Το οξύμωρο είναι ότι τα γλυπτά αυτά προορίζονται για μόνιμη εγκατάσταση στον Δημοτικό Κήπο, με σκοπό να αποτελέσουν τον πρώτο πυρήνα ενός μελλοντικού Πάρκου Γλυπτικής. Μιλάμε, δηλαδή, για έναν χώρο του οποίου η πολυδιαφημισμένη ανάπλαση άφησε ήδη ανοιχτή τη συζήτηση για τον χαρακτήρα και τη λειτουργικότητά του εξαιτίας αυθαίρετων αποφάσεων. Αντίστοιχα, η μόνιμη εγκατάσταση των έργων στον Κήπο δεν αποτελεί μια απλή τεχνική λεπτομέρεια, αλλά μια σοβαρή παρέμβαση που απαιτεί δημόσια συζήτηση και απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, όχι μια ακόμη διοικητική επιλογή.

Σε μια πόλη όπου κάθε τετραγωνικό μέτρο ελεύθερου χώρου αποκτά ολοένα μεγαλύτερη αξία, η τουριστική ανάπτυξη, η οικοδομική πίεση, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, τα τραπεζοκαθίσματα και η κυκλοφοριακή ασφυξία περιορίζουν διαρκώς τον χώρο που απομένει για τους κατοίκους. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα η υπόθεση του πρώην στρατοπέδου Μαρκοπούλου είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική: ένας από τους ελάχιστους μεγάλους χώρους που θα μπορούσαν να αποτελέσουν πραγματική ανάσα πρασίνου και ελεύθερου δημόσιου χώρου μετατρέπεται στην πράξη σε μια ακόμη λύση στάθμευσης, την ώρα που το όραμα ενός μεγάλου δημόσιου πάρκου απομακρύνεται όλο και περισσότερο.

Εδώ εντοπίζεται η μεγάλη αντίφαση της πολιτικής της διοίκησης Σημανδηράκη, όπως και όλων των διοικήσεων που εργάζονται σύμφωνα με τις επιταγές της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και των κατευθύνσεων που χαράζει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση (μεταξύ άλλων και μέσω των μεταρρυθμίσεων της περιόδου Βορίδη). Από τη μία ανακοινώνεται ένα «εμβληματικό» εγχείρημα με γλυπτά που υποτίθεται ότι θα αποτελέσουν μόνιμη παρακαταθήκη. Από την άλλη, όταν έρχεται η ώρα να υπερασπιστεί πραγματικά τον δημόσιο χώρο απέναντι στην εμπορευματοποίηση και στις πιέσεις της αγοράς, ο Δήμος εμφανίζεται πολύ λιγότερο φιλόδοξος, για να μην πούμε εντελώς απρόθυμος. Δεν είναι δυνατόν να παρουσιάζεται ως «όραμα» κάθε νέα διοργάνωση την ώρα που τα βασικά προβλήματα αντιμετωπίζονται με προσωρινές λύσεις, επικοινωνιακές εξαγγελίες και απλή διαχείριση της καθημερινότητας.

Τα Χανιά χρειάζονται ασφαλώς τέχνη, δημιουργούς και πολιτιστικές υποδομές, αλλά χρειάζονται πάνω απ’ όλα μια πόλη που να ανήκει σε αυτούς και αυτές που τη ζουν. Αυτό σημαίνει ανοιχτά πάρκα, ελεύθερους χώρους, κοινωνικές υποδομές, δημόσια κατοικία και δημόσιες συγκοινωνίες, καθαριότητα και μια καθημερινότητα για όλους και όλες, για ντόπιους, πρόσφυγες και μετανάστες που δεν θα αντιμετωπίζονται ως περιττό έξοδο ή ως εμπόδιο για την τουριστική εικόνα των Χανίων. Στο τέλος αυτό είναι το ζητούμενο: ποιος έχει τελικά δικαίωμα να ζει στην πόλη, ελεύθερα, δημοκρατικά και ανθρώπινα.

Από αυτή την οπτική η κριτική χρειάζεται και στη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη συνεδρίαση της Δημοτικής Επιτροπής. Η παράταξη που επέλεξε το «παρών» δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια απλή επιφύλαξη για το ύψος της δαπάνης, όσο εύλογη κι αν είναι. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν τα 148.800 ευρώ είναι πολλά ή λίγα, αλλά γιατί αυτή η δαπάνη θεωρείται προτεραιότητα, ποια ανάγκη καλύπτει, ποιο κοινωνικό αποτέλεσμα επιδιώκει και ποια αντίληψη για την πόλη υπηρετεί. Η ουσιαστική αντιπολίτευση δεν εξαντλείται στον λογιστικό έλεγχο ούτε σε έναν διαγωνισμό καταγγελιών για το ύψος των αναθέσεων. Αναδεικνύει και οργανώνει τη σύγκρουση με τη στρατηγική που κρύβεται πίσω από αυτές: τη σύνδεση του δημόσιου χώρου με το πράσινο, της κατοικίας με την τουριστικοποίηση και των δημοτικών επενδύσεων με τις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων. Διαφορετικά κινδυνεύουμε να διαφωνούμε για το κόστος ενός εγχειρήματος αποδεχόμενοι ταυτόχρονα το μοντέλο της πόλης που το παράγει.

Η δημοτική αρχή δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από την αυτονόητη αξία της τέχνης ούτε να παρουσιάζει όποιον ασκεί κριτική στις δαπάνες ως εχθρό του πολιτισμού. Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα στα έργα τέχνης και στην ποιότητα ζωής. Μπορούμε να έχουμε και τα δύο, αρκεί οι δημοτικές προτεραιότητες να μην καθορίζονται από την ανάγκη να παραχθεί ακόμη ένα ελκυστικό τουριστικό αφήγημα για τα Χανιά. Ο δημότης δεν είναι θεατής μιας πόλης-σκηνικού. Είναι αυτός που πληρώνει, κατοικεί, εργάζεται και διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίζει για αυτήν.

Πριν ξεκινήσουν οι πανηγυρικές φωτογραφίες και οι αναφορές στη «μεγάλη παρακαταθήκη», η διοίκηση του Δήμου οφείλει να ανοίξει τα χαρτιά της: να παρουσιάσει αναλυτικά την κατανομή των 148.800 ευρώ, τις αμοιβές και το ακριβές αντικείμενο του καθενός, τα κριτήρια επιλογής των καλλιτεχνών και το θεσμικό πλαίσιο της διοργάνωσης, και κυρίως να εξηγήσει πώς το Συμπόσιο συνδέεται με έναν πραγματικό και δεσμευτικό σχεδιασμό για τους δημόσιους χώρους. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν τα Χανιά αξίζουν μια τέτοια πρωτοβουλία – προφανώς και την αξίζουν, εφόσον αυτή υπηρετεί την πόλη και όχι μόνο την εικόνα της. Το ζήτημα είναι αν οι άνθρωποι που ζουν εδώ αξίζουν μια πόλη όπου οι προτεραιότητες υπηρετούν τις δικές τους ανάγκες. Ένα γλυπτό μπορεί να μείνει στην πόλη για δεκαετίες ακόμη και όταν δεν εντάσσεται ουσιαστικά στην καθημερινή ζωή της – όπως συμβαίνει με ορισμένα δημόσια έργα. Το ίδιο ακριβώς μπορεί να συμβεί και με μια πολιτική αντίληψη που αντιμετωπίζει την πόλη ως τουριστικό προϊόν με πολιτιστική γαρνιτούρα. Η δεύτερη είναι πολύ πιο δύσκολο να απομακρυνθεί. Και, στο κάτω κάτω της γραφής, ούτε τα έργα της βιτρίνας θα έχουν την οποιαδήποτε αξία – εάν, με λίγη καλή θέληση, αποφασίσουμε ότι την έχουν – ούτε οι κοινωνικές ανάγκες πρόκειται να εξυπηρετηθούν όταν τα λύματα, εντός και εκτός εισαγωγικών, των πολιτικών συμφερόντων, της επίθεσης στα εργασιακά, κοινωνικά και δημοκρατικά μας δικαιώματα, των σχέσεων με επίλεκτα ηγετικά στελέχη της «κρητικής μαφίας» και της εγκατάλειψης της Νέας Χώρας, και όχι μόνο, πλημμυρίζουν τους δρόμους, τις γειτονιές και την ίδια μας την αντίληψη για την πόλη.

Ειρηναίος Μαράκης

***

Διαβάστε ακόμα: Με αφορμή την «ανοιχτή πρόσκληση» στους καλλιτέχνες για τα εγκαίνια της Δημοτικής Αγοράς, τον χαρακτήρα και την εξέλιξη του έργου


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις