Για τη Ρόζα Νέρα και το Λόφο Καστέλι
ΓΙΑ ΤΗ ΡΟΖΑ ΝΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΟΦΟ ΚΑΣΤΕΛΙ
Η αποχώρηση της Belvedere από τον Λόφο Καστέλι αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική νίκη. Δεν σηματοδοτεί, όμως, μόνο την υποχώρηση ενός επενδυτικού σχεδίου αλλά ανοίγει ταυτόχρονα μια εξίσου σημαντική συζήτηση -χρήσιμη και απαραίτητη- για το πώς γράφεται η ιστορία αυτής της σύγκρουσης, ποιοι πρωταγωνίστησαν σε αυτήν και ποια πολιτικά συμπεράσματα αφήνει για τους αγώνες που έχουμε μπροστά μας. Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση αυτή δεν αφορά την απόδοση ευσήμων αλλά αφορά κάτι πολύ ουσιαστικότερο: τη σχέση ανάμεσα στους κοινωνικούς αγώνες και τις θεσμικές εξελίξεις. Αφορά επίσης, το αν οι μεγάλες πολιτικές ανατροπές παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα πρωτοβουλιών «από τα πάνω» ή αν αναγνωρίζεται ότι γεννήθηκαν, διαμορφώθηκαν και επιβλήθηκαν από τη συλλογική δράση των «από κάτω». Και αυτό δεν είναι μια ιστορική λεπτομέρεια αλλά το βασικό πολιτικό συμπέρασμα κάθε σημαντικής κοινωνικής σύγκρουσης.
Με αφορμή πρόσφατο άρθρο της εφημερίδας «Αγώνα της Κρήτης» αλλά και τη γενικότερη συζήτηση που έχει ήδη ανοίξει μετά τις τελευταίες εξελίξεις, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα από αυτά τα συμπεράσματα. Το πρώτο αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η στάση του Πολυτεχνείου Κρήτης τα προηγούμενα χρόνια. Διαβάζουμε ότι: «Το Πολυτεχνείο Κρήτης αλλά και συνολικά τα Χανιά έμοιαζαν εγκλωβισμένα τα τελευταία χρόνια στο ζήτημα των κτιρίων στο Λόφο Καστέλι. Αιτία; Οι πολιτικές της Νέας Δημοκρατίας». Η διατύπωση αυτή δεν αποδίδει με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Το Πολυτεχνείο, δηλαδή η προηγούμενη διοίκησή του, δεν εγκλωβίστηκε σε μια κατάσταση που του επιβλήθηκε από τις συνθήκες, αλλά για μια στρατηγική απόφαση με σαφή πολιτικό προσανατολισμό. Το ξεπούλημα και η ιδιωτικοποίηση του Λόφου Καστέλι αποτέλεσαν συνειδητή πολιτική επιλογή της διοίκησης Διγαλάκη και των επόμενων, πλήρως εναρμονισμένη με τις πολιτικές της Νέας Δημοκρατίας και με τη συνολικότερη λογική που αντιμετωπίζει τη δημόσια περιουσία ως πεδίο επιχειρηματικής αξιοποίησης. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν ένας ουδέτερος παρατηρητής αυτής της διαδικασίας, αλλά ο βασικός πολιτικός εκφραστής μιας στρατηγικής που αντιμετωπίζει τη δημόσια περιουσία, τους ελεύθερους χώρους και τα κοινωνικά αγαθά ως πεδία ιδιωτικής κερδοφορίας. Η πολιτική της επιλογή ήταν ξεκάθαρη: η παράδοση ενός ιστορικού δημόσιου χώρου στα επιχειρηματικά συμφέροντα, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές ανάγκες, την ιστορική μνήμη και το δικαίωμα των κατοίκων να αποφασίζουν για το μέλλον της πόλης τους. Η επισήμανση αυτή δεν γίνεται για να αποδοθούν εκ των υστέρων ευθύνες. Γίνεται γιατί, αν δεν αναγνωρίζουμε τον πραγματικό χαρακτήρα μιας πολιτικής επιλογής, είναι αδύνατο να κατανοήσουμε και τον τρόπο με τον οποίο αυτή ανατράπηκε. Και εδώ βρίσκεται το δεύτερο, ίσως σημαντικότερο, συμπέρασμα.
Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι: «Αντιδράσεις υπήρξαν πολλές, από τοπικούς φορείς, μεγάλο μέρος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τους 4 βουλευτές, σημαντικές προσωπικότητες με καταγωγή από τα Χανιά και από μεμονωμένους συμπολίτες μας, που ήταν γνώστες τόσο των ιστορικών – αρχαιολογικών πλευρών του θέματος, όσο και της αρχιτεκτονικής και χωροταξικής διάστασής του. Συστήθηκε “Πρωτοβουλία Πολιτών για τη Διάσωση των Μνημείων στο Λόφο Καστέλι”». Αναμφίβολα, όλες αυτές οι παρεμβάσεις υπήρξαν και συνέβαλαν στη δημόσια ανάδειξη του ζητήματος. Ωστόσο, αυτή η αποτύπωση των γεγονότων παραλείπει το καθοριστικό στοιχείο της υπόθεσης. Η ιστορία του Λόφου Καστέλι δεν ξεκινά από τις θεσμικές τοποθετήσεις αλλά από το κοινωνικό κίνημα. Ας είμαστε ειλικρινείς, αν δεν υπήρχε το τοπικό δημοκρατικό κίνημα, η εργατική τάξη με τα σωματεία της, τα κινήματα υπέρ των ελεύθερων δημόσιων χώρων, το αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα, οι εκατοντάδες άνθρωποι που βρέθηκαν στους δρόμους για να υπερασπιστούν τόσο τον δημόσιο χαρακτήρα του Λόφου όσο και την Κατάληψη Ρόζα Νέρα, αν δεν είχε δοθεί η πολιτική μάχη απέναντι στη συστηματική προσπάθεια συκοφάντησης όσων αντιστέκονταν -απέναντι ακόμη και στη ρητορική περί «μειοψηφιών» που υιοθέτησε η δημοτική αρχή Σημανδηράκη- δύσκολα η αντίθεση στην ξενοδοχοποίηση θα είχε αποκτήσει τη μαζικότητα, τη διάρκεια και τη δημόσια δυναμική που τελικά απέκτησε.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο καθώς πρώτα συγκροτήθηκε ένα πραγματικό κοινωνικό και πολιτικό κίνημα. Πρώτα δημιουργήθηκαν, ρίζωσαν και επεκτάθηκαν νέοι συσχετισμοί μέσα στην κοινωνία και μόνο στη συνέχεια, ως αποτέλεσμα αυτής της μαζικής κοινωνικής πίεσης, διευρύνθηκαν οι θεσμικές αντιδράσεις, διατυπώθηκαν δημόσιες τοποθετήσεις και αναπτύχθηκαν πρωτοβουλίες που διαφορετικά δύσκολα θα είχαν εμφανιστεί με την ίδια ένταση. Η διαπίστωση αυτή δεν μειώνει τη συμβολή κανενός, αλλά ταυτόχρονα δεν επιτρέπει την υπερβολική μεγέθυνσή της πέρα από τα πραγματικά της όρια. Αντίθετα, αποκαθιστά τη φυσική σειρά με την οποία εξελίσσονται οι κοινωνικοί αγώνες: οι θεσμοί σπανίως έως ποτέ προηγούνται των κοινωνικών κινημάτων. Συνήθως ακολουθούν, όταν η πίεση της κοινωνίας καθιστά αδύνατη τη διατήρηση της προηγούμενης στάσης τους. Αυτή είναι μια εμπειρία που έχει επιβεβαιωθεί σε δεκάδες μικρές και μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις και αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση του Λόφου Καστέλι. Η επισήμανση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σήμερα, όταν ήδη διαμορφώνεται μια αφήγηση σύμφωνα με την οποία όλοι όσοι πήραν κάποια στιγμή θέση απέναντι στην ξενοδοχοποίηση είχαν περίπου ισότιμη συμβολή στην εξέλιξη των πραγμάτων. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη: Η νίκη αυτή ανήκει σε ένα πλατύ κοινωνικό και πολιτικό κίνημα. Όμως μέσα σε αυτό το κίνημα δεν είχαν όλοι την ίδια διαδρομή, ούτε συγκρούστηκαν όλοι με την ίδια συνέπεια, την ίδια διάρκεια και το ίδιο πολιτικό κόστος.
Η Ρόζα Νέρα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της ιστορίας. Και ακριβώς επειδή η συμβολή της υπήρξε σημαντική, δεν μπορεί ούτε να αποσιωπάται ούτε να περιορίζεται σε μια υποσημείωση μιας γενικότερης αφήγησης. Μετά την αποχώρηση της Belvedere, πολλοί θα επιχειρήσουν -ήδη έχουν ξεκινήσει- να ξαναγράψουν την ιστορία αυτού του αγώνα και να διεκδικήσουν δάφνες αγωνιστικότητας, παραγνωρίζοντας ποιοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή όταν η σύγκρουση ήταν ακόμη ανοιχτή και δύσκολη. Είναι όμως σημαντικό να θυμηθούμε ότι ο αγώνας για τον Λόφο Καστέλι δεν ξεκίνησε όταν η υπόθεση είχε ήδη αποκτήσει ευρύτερη δημοσιότητα, αλλά σε μια περίοδο κατά την οποία η ιδιωτικοποίηση και η ξενοδοχοποίηση παρουσιάζονταν ως περίπου αναπόφευκτες εξελίξεις, ενώ όσοι αντιδρούσαν συχνά αντιμετωπίζονταν με απαξίωση και συκοφαντικές επιθέσεις. Σε αυτή τη συνθήκη, η Ρόζα Νέρα αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες αντίστασης. Όχι μόνη της, ούτε έξω από το ευρύτερο κοινωνικό κίνημα που διαμορφώθηκε γύρω από τον Λόφο Καστέλι, αλλά ως μια συλλογικότητα που έδωσε σταθερά τη μάχη για να παραμείνει ο χώρος δημόσιος και προσβάσιμος στην κοινωνία. Η συμβολή της δεν περιορίζεται στις κινητοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν. Αφορά και την ίδια την παρουσία της στον χώρο. Από τη χειρωνακτική εργασία των μελών της, που αποκατέστησε, διατήρησε και ανέδειξε το κτίριο της Παλιάς Μεραρχίας, μέχρι τη σταθερή πολιτική και πολιτιστική δραστηριότητα που ανέπτυξε με ανοιχτό προσανατολισμό προς την κοινωνία, η Κατάληψη συνέβαλε ουσιαστικά στο να παραμείνει ζωντανός ο δημόσιος χαρακτήρας του Λόφου.
Αυτό είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί να διαγραφεί από την ιστορία της σύγκρουσης. Ιδιαίτερα όταν, για μεγάλο χρονικό διάστημα, η δημόσια συζήτηση επιχειρούσε να μετατοπίσει το ενδιαφέρον από την ουσία της υπόθεσης -την ιδιωτικοποίηση ενός ιστορικού δημόσιου χώρου- στη συκοφαντική στοχοποίηση των ανθρώπων που υπερασπίζονταν αυτόν τον χώρο. Σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες επιχειρήσεις καταστολής και εκκένωσης της Κατάληψης, με την τοπική Αστυνομία να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της επίθεσης, σαν στρατός κατοχής και σε μια διαδικασία που εξυπηρετούσε τα σχέδια μιας ισραηλινής εταιρείας. Οι επιχειρήσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή σημαντικών τμημάτων του χώρου, την αναγραφή φασιστικών συνθημάτων, τη διάλυση των κοιτώνων φιλοξενίας και των συλλογικών υποδομών, της βιβλιοθήκης, αλλά και την καταστροφή εγκαταστάσεων που είχαν αποκατασταθεί με την εργασία των ενοίκων και των μελών της Κατάληψης, όπως οι τουαλέτες και άλλοι χώροι καθημερινής χρήσης.
Σε αυτό το πλαίσιο αξίζει να εξεταστεί και η αναφορά που γίνεται στο ίδιο άρθρο για την Κατάληψη: «Τέλος, αξίζει μία αναφορά και στην κατάληψη Rosa Nera η οποία χρησιμοποιήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία ιδεολογικά, όμως έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να μην προχωρήσουν τα σχέδια για την ξενοδοχοποίηση, τόσο με τις πολύ μαζικές διαδηλώσεις που οργάνωσε υπέρ της κατάληψης και ενάντια στην ξενοδοχοποίηση όσο και με τις αποκαλύψεις που έκανε σε σχέση με τα σχέδια της εταιρείας που είχε παραχωρηθεί το κτίριο για κλειστής πρόσβαση ξενοδοχειακή μονάδα τύπου boutique hotel με πισίνα πάνω από τα αρχαία της Αρχαίας Κυδωνίας, αποκάλυψη που ώθησε ακόμη και τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να αντιδράσει.» Η συγκεκριμένη αναφορά, παρότι αναγνωρίζει ότι η Ρόζα Νέρα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, δεν αποδίδει πλήρως τη σημασία της παρουσίας της στη συγκεκριμένη σύγκρουση καθώς η συμβολή της δεν μπορεί να περιοριστεί σε «μία αναφορά», γιατί μια τέτοια διατύπωση υποβαθμίζει έναν παράγοντα που υπήρξε κομβικός στη διαμόρφωση των εξελίξεων. Επίσης, η Κατάληψη δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ και από κανέναν, ούτε από την κυβέρνηση. Καλό θα ήταν να αποφεύγουμε τέτοιες, ανυπόστατες και επικίνδυνες, θεωρίες. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.
Ταυτόχρονα, χρειάζεται ακρίβεια και ως προς τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται η συλλογική δράση. Οι μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στην ξενοδοχοποίηση δεν ήταν έργο μιας μόνο συλλογικότητας. Ήταν αποτέλεσμα της δράσης ενός ευρύτερου κοινωνικού μετώπου, στο οποίο συμμετείχαν εργατικά σωματεία, συλλογικότητες, πολιτικές οργανώσεις, κάτοικοι των Χανίων και άνθρωποι που υπερασπίστηκαν τον δημόσιο χαρακτήρα του χώρου. Η Ρόζα Νέρα δεν ήταν το σύνολο αυτού του κινήματος. Ήταν όμως ένα από τα πιο σταθερά και αναγνωρίσιμα κομμάτια του. Η σημασία της βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο ότι, σε μια περίοδο όπου η ιδιωτικοποίηση παρουσιαζόταν ως τετελεσμένη, υπήρξε ένας χώρος που όχι μόνο αντιστάθηκε πολιτικά, αλλά απέδειξε έμπρακτα ότι ένα ιστορικό κτίριο μπορεί να παραμένει ζωντανό μέσα από την κοινωνική χρήση, τη συλλογική εργασία και την πολιτιστική δημιουργία. Γι’ αυτό και η μάχη για τη Ρόζα Νέρα δεν ήταν ποτέ μόνο μια συζήτηση για μια κατάληψη αλλά ήταν μια σύγκρουση γύρω από το ποιος έχει δικαίωμα στην πόλη, ποιος αποφασίζει για τους δημόσιους χώρους και αν η ιστορική μνήμη και η κοινωνική ζωή μπορούν να συνυπάρξουν απέναντι στη λογική της εμπορευματοποίησης. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη πολιτική διάσταση της υπόθεσης του Λόφου Καστέλι. Η σύγκρουση δεν αφορούσε μόνο ένα κτίριο αλλά το μοντέλο ανάπτυξης που επιλέγεται για τα Χανιά και συνολικά για τις πόλεις μας: μια πόλη που αντιμετωπίζει τους χώρους, την κατοικία και την πολιτιστική κληρονομιά ως πεδία κερδοφορίας ή μια πόλη που ανήκει πρώτα και κύρια στους κατοίκους της.
Η μάχη συνεχίζεται με ακόμα μεγαλύτερες απαιτήσεις
Η μάχη για τον Λόφο Καστέλι, επομένως, δεν ολοκληρώνεται με την αποχώρηση της εταιρείας. Αντίθετα, αυτή η εξέλιξη δημιουργεί νέες δυνατότητες και νέες ευθύνες. Το πλήγμα που δέχθηκαν τα επενδυτικά σχέδια πρέπει να αποτελέσει αφετηρία για την κλιμάκωση των αγώνων μας, με στόχο όχι μόνο να αποτραπούν συγκεκριμένα σχέδια ιδιωτικοποίησης, αλλά να αλλάξει συνολικά η αντίληψη σύμφωνα με την οποία κάθε δημόσιος χώρος αποτελεί μια ευκαιρία για επιχειρηματική αξιοποίηση. Η νίκη στον Λόφο Καστέλι δείχνει ότι ακόμη και επιλογές που παρουσιάζονται ως τετελεσμένες μπορούν να ανατραπούν όταν απέναντί τους συγκροτείται ένα μαζικό κοινωνικό κίνημα με διάρκεια, επιμονή και πολιτικό προσανατολισμό. Δείχνει ότι οι δημόσιοι χώροι δεν είναι απλώς ακίνητα προς αξιοποίηση, αλλά κομμάτια της συλλογικής ζωής μιας πόλης, χώροι μνήμης, πολιτισμού, κοινωνικής συνάντησης και δημοκρατικής έκφρασης.
Το ίδιο συμπέρασμα αφορά συνολικά το μέλλον των Χανίων. Η μάχη για τον Λόφο Καστέλι -μαζί με τις μάχες για πάρκο στο στρατόπεδο Μαρκοπούλου, την προστασία του Άλσους των Αγίων Αποστόλων, την αναστολή των εργασιών στην Παχιά Άμμο και τόσες ακόμη διεκδικήσεις- αποτελεί μέρος της συνολικής σύγκρουσης απέναντι σε ένα μοντέλο που αντιμετωπίζει την πόλη ως πεδίο εμπορευματοποίησης και κερδοφορίας. Συνδέεται με το οξύτατο στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν χιλιάδες άνθρωποι, με εργαζόμενους, φοιτητές και εκπαιδευτικούς να δυσκολεύονται πλέον να βρουν κατοικία σε μια πόλη όπου η ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη, η επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, η κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων και η απουσία ουσιαστικής δημόσιας στεγαστικής πολιτικής έχουν δημιουργήσει μια ασφυκτική πραγματικότητα.
Η ίδια λογική που μετατρέπει έναν ιστορικό δημόσιο χώρο σε επενδυτικό προϊόν, που αντιμετωπίζει τις κοινωνικές ανάγκες ως άλλοθι για πρόχειρες διαχειριστικές λύσεις ή χρησιμοποιεί τους δημόσιους χώρους ως «μπαλώματα» για προβλήματα όπως το κυκλοφοριακό και η στάθμευση, είναι αυτή που μετατρέπει και τη στέγη από κοινωνικό δικαίωμα σε εμπόρευμα. Είναι η ίδια λογική που περιορίζει τους ελεύθερους χώρους, πιέζει το πράσινο, υποβαθμίζει τις κοινωνικές υποδομές και διαμορφώνει μια πόλη ολοένα και λιγότερο προσβάσιμη για όσους ζουν και εργάζονται σε αυτήν. Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα του Λόφου Καστέλι αποτελεί μέρος μιας συνολικότερης διεκδίκησης: για την προστασία των ελεύθερων χώρων και του πρασίνου, για ουσιαστικά μέτρα αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης, για κοινωνικές δομές που να καλύπτουν τις ανάγκες των κατοίκων και για δωρεάν πρόσβαση στην υγεία και στα δημόσια αγαθά. Η σύγκρουση αυτή, όμως, δεν περιορίζεται στην υπεράσπιση ενός χώρου ή στην ανατροπή ενός συγκεκριμένου σχεδιασμού. Αφορά συνολικά την αντιπαράθεση με μια πολιτική που βάζει τα κέρδη πάνω από τις κοινωνικές ανάγκες, μια πολιτική που έχει ως βασικό της εκφραστή την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Η υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών, της κατοικίας και του δικαιώματος στην πόλη περνά μέσα από την οργανωμένη αντίσταση αυτών που πλήττονται, με στόχο την ανατροπή αυτής της πολιτικής και της κυβέρνησης που την υπηρετεί.
Όπως αναφέρουμε και σε πρόσφατη ανακοίνωσή μας, στην Ανταρσία στα Χανιά είμαστε περήφανοι που συμμετείχαμε, μαζί με πολλούς άλλους μαζικούς φορείς και ανεξάρτητους αγωνιστές, τόσο στην πόλη των Χανίων όσο και πανελλαδικά, στους αγώνες, τα κινήματα και τις διαδηλώσεις υπεράσπισης του Λόφου Καστέλι και του δημόσιου χαρακτήρα του. Συμμετείχαμε σε αυτή τη μάχη έχοντας σταθερά ως σημείο αναφοράς την υπεράσπιση των δημόσιων χώρων και του δικαιώματος της κοινωνίας να αποφασίζει για το μέλλον της πόλης της, μέσα και έξω από το Δημοτικό Συμβούλιο. Η συμμετοχή αυτή δεν αφορά μόνο έναν απολογισμό μιας συγκεκριμένης περιόδου, αντίθετα αποτελεί μέρος μιας συνολικότερης πολιτικής μάχης απέναντι σε μια αντίληψη που θέλει τις πόλεις να σχεδιάζονται με βάση τις ανάγκες των επενδύσεων και όχι τις ανάγκες των κατοίκων τους.
Η εμπειρία του Λόφου Καστέλι αφήνει μια σημαντική παρακαταθήκη. Μας θυμίζει ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις δεν χαρίζονται, αλλά κερδίζονται μέσα από συλλογικούς αγώνες. Ότι τα σχέδια που παρουσιάζονται ως μονόδρομος μπορούν να ανατραπούν και ότι η υπεράσπιση ενός δημόσιου χώρου δεν είναι μια τοπική ή επιμέρους υπόθεση, αλλά μέρος της ευρύτερης μάχης για το δικαίωμα στην πόλη και στις ζωές μας - πάνω από τα κέρδη τους. Αυτή είναι η ουσία της νίκης στον Λόφο Καστέλι: όχι μόνο ότι αποτράπηκε ένα σχέδιο ξενοδοχοποίησης, αλλά ότι αποδείχθηκε πως η κοινωνία μπορεί να παρεμβαίνει, να οργανώνεται και να αλλάζει τους συσχετισμούς. Αυτή την παρακαταθήκη οφείλουμε να υπερασπιστούμε και να μετατρέψουμε σε δύναμη για τους αγώνες που βρίσκονται ήδη μπροστά μας: για τους δημόσιους χώρους, τη στέγη, το δικαίωμα στην πόλη και τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Ειρηναίος Μαράκης
2.8.2026
***
1. Ιστορική νίκη για τα Χανιά η οριστική αποχώρηση της Belvedere από το Λόφο Καστέλι, Ανακοίνωση της Ανταρσία στα Χανιά - Αντικαπιταλιστική Αριστερή Κίνηση για την Ανατροπή
2. Η νέα διοίκηση του Πολυτεχνείου Κρήτης έκοψε τον γόρδιο δεσμό για το κτίριο της Μεραρχίας – Τέλος στα σχέδια Μητσοτάκη για ξενοδοχοποίηση, Αγώνας της Κρήτης
***
Φωτογραφία: Ειρηναίος Μαράκης





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου