Με αφορμή την «ανοιχτή πρόσκληση» στους καλλιτέχνες για τα εγκαίνια της Δημοτικής Αγοράς, τον χαρακτήρα και την εξέλιξη του έργου
Με αφορμή την «ανοιχτή πρόσκληση» στους καλλιτέχνες για τα εγκαίνια της Δημοτικής Αγοράς, τον χαρακτήρα και την εξέλιξη του έργου
Η επόμενη μέρα της Αγοράς, οι ανησυχίες για τον χαρακτήρα της και η αντιμετώπιση της καλλιτεχνικής εργασίας
Με αφορμή την πρόσφατη προκήρυξη του Δήμου Χανίων για την καλλιτεχνική συμμετοχή στην εκδήλωση επαναλειτουργίας της Δημοτικής Αγοράς, στην οποία καλούνται καλλιτέχνες να συμμετάσχουν χωρίς αμοιβή, και τις αντιδράσεις που αυτή προκάλεσε, αλλά και με φόντο την ίδια την επικείμενη επαναλειτουργία της Αγοράς, επανερχόμαστε σε μια παλιά και βαθιά πληγή: τον τρόπο με τον οποίο η τοπική αυτοδιοίκηση χρησιμοποιεί τον πολιτισμό και τον δημόσιο χώρο, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της κεντρικής εξουσίας και των ποικίλων επιχειρηματικών συμφερόντων. Αλλά δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο, ούτε μια άγνωστη κατάστασης στην πόλη μας. Έτσι λειτουργεί ο Δήμος Χανίων εδώ και πολλά χρόνια, με την ίδια ακριβώς λογική που μετατρέπει την πολιτιστική παραγωγή σε τζάμπα εθελοντική εργασία, που εξάγει πολιτική υπεραξία για την τοπική εξουσία ενώ ταυτόχρονα επιτίθεται συνειδητά στα δικαιώματα των εργαζομένων αυτής της πόλης – εργασιακά, κοινωνικά, οικονομικά, περιβαλλοντικά – και ελάχιστες ήταν μέχρι σήμερα οι φωνές που τόλμησαν να υψωθούν απέναντι σε αυτή την κανονικότητα της εκμετάλλευσης.
Το τελευταίο από τα πολλά σκάνδαλα του Δήμου Χανίων έρχεται να υπενθυμίσει με τον πιο ωμό τρόπο ότι η «πολιτιστική πολιτική» των Ανοιχτών Πανιών, του Φεστιβάλ Βιβλίου και άλλων εκδηλώσεων υπό την αιγίδα της τοπικής διοίκησης δεν είναι παρά η συνειδητή συνέχεια μιας διαχρονικής πολιτικής γραμμής, μέσα από την οποία η δημοτική αρχή εξασφαλίζει πολιτική υπεραξία από την απλήρωτη εργασία των καλλιτεχνών: οι τελευταίοι καλούνται να προσφέρουν το έργο τους χωρίς αμοιβή, να γεμίζουν με την παρουσία τους τα προγράμματα, τις επικοινωνιακές καμπάνιες και τις φιέστες της δημοτικής αρχής, να παράγουν θέαμα και «ζωντάνια» για μια πόλη που πουλάει την εικόνα της, ενώ οι ίδιοι μένουν χωρίς εισόδημα, χωρίς ασφάλιση και χωρίς αναγνώριση της εργασίας τους ως εργασίας.
Πρόκειται για μια βαθύτατα προσβλητική και εξευτελιστική κατάσταση, αντάξια μιας δημοτικής διοίκησης που δεν σέβεται τις ανάγκες των δημοτών και των δημοτισσών της πόλης μας. Μακάρι να μην υποβληθεί καμία αίτηση, θα ήταν το ιδανικό, αν και το θεωρούμε απίθανο. Και εδώ προκύπτει ένα πολύ απλό ερώτημα, που δύσκολα μπορεί να αποφευχθεί: οι εργολάβοι, ιδίως αυτοί, αλλά και οι τεχνίτες και οι μάστορες κάθε ειδικότητας, οι μηχανικοί και όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι που χρειάστηκε να δουλέψουν για την αποκατάσταση του ιστορικού κτιρίου εργάστηκαν άραγε αφιλοκερδώς ή μήπως για όλους αυτούς, όπως είναι αυτονόητο, προβλέφθηκε και καταβλήθηκε αμοιβή; Είναι πραγματικά λυπηρό και προβληματικό, αλλά και στοιχείο μιας βαθύτερης συστημικής, πολιτικής και κοινωνικής διαπλοκής, να συμμετέχει σε μια τέτοια πρόσκληση ακόμη και η Εθνική Λυρική Σκηνή. Η ίδια η πρόταση αποκαλύπτει μια αβίαστη και αγενή αντίληψη, στα όρια του θράσους· ποιος την υπογράφει άραγε; Τέτοιες καταστάσεις συμβαίνουν όταν λάθος άνθρωποι βρίσκονται σε λάθος θέσεις, όταν η απλήρωτη εργασία παρουσιάζεται ως αυτονόητη και όταν η «συμμετοχή» βαφτίζεται ευκαιρία προβολής, την ώρα που πίσω από αυτήν υπάρχει πραγματική δουλειά, χρόνος και κόστος. Και παρ’ όλη την ταλαιπωρία μας, θα το παρουσιάσουν ως το μεγάλο γεγονός της πόλης. Ας το ξανασκεφτούν οι διαχειριστές. ίγουρα θα ήταν όμορφη η συμμετοχή των καλλιτεχνών σε ένα τέτοιο γεγονός της πόλης, αλλά η δουλειά έχει υλικά, κόστος, φώτα, χρόνο και τόσα άλλα. Όταν λοιπόν για ένα έργο εκατομμυρίων υπάρχουν χρήματα για όλα τα υπόλοιπα, γιατί η καλλιτεχνική εργασία να είναι το μόνο κομμάτι που θεωρείται ότι μπορεί να προσφερθεί δωρεάν;
Δυστυχώς δεν είναι η πρώτη φορά. Η τοπική διοίκηση θεωρεί πια αυτονόητο ότι οι Χανιώτες καλλιτέχνες και γενικότερα οι δημιουργοί μπορούν να προσφέρουν τη δουλειά τους αφιλοκερδώς ή έναντι εξευτελιστικά χαμηλών αμοιβών, στο όνομα της «προβολής» και της συμμετοχής σε μια μεγάλη διοργάνωση, ενώ την ίδια στιγμή, όταν πρόκειται για καλλιτέχνες και παραγωγούς που έρχονται από αλλού, φαίνεται να υπάρχουν προϋπολογισμοί και κανονικές αμοιβές. Βέβαια, σε άλλες περιπτώσεις το δημοτικό συμβούλιο εγκρίνει τεράστια ποσά για άλλες εκδηλώσεις και πρωτοβουλίες, ενώ άλλες δράσεις που έχουν ριζώσει κυριολεκτικά και μεταφορικά στην πόλη χρηματοδοτούνται με ποσά που φτάνουν σε δυσθεώρητα ύψη, αντί τα χρήματα αυτά να κατευθύνονται σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες, την ώρα που ο Δήμος Χανίων εξακολουθεί να στερείται ακόμη και ενός πραγματικού ξενώνα αστέγων και όχι απλώς ενός καταφυγίου, το οποίο δεν μπορεί να καλύψει το σύνολο των αναγκών των άστεγων συμπολιτών μας. Και εδώ δεν μιλάμε για κάποια πολυτέλεια ή για μια δευτερεύουσα προτεραιότητα, αλλά για στοιχειώδη κοινωνική πολιτική, για ανθρώπους που βρίσκονται στον δρόμο και έχουν ανάγκη από στέγη, υποστήριξη και αξιοπρέπεια, την ώρα που βρίσκονται χρήματα για φιέστες, προβολές και δράσεις που ενισχύουν την εικόνα της πόλης.
Η «στήριξη» και η «σχέση εμπιστοσύνης» που επικαλείται κάθε δημοτική αρχή δεν μπορεί να είναι μονόδρομος. Οι καλλιτέχνες αυτού του τόπου δεν εμφανίζονται από το πουθενά όταν χρειάζεται να γεμίσει μια σκηνή ή ένα πρόγραμμα, αλλά εδώ και χρόνια δημιουργούν, εργάζονται και κρατούν ζωντανή την πολιτιστική ζωή των Χανίων. Η μελέτη, η πρόβα, η προετοιμασία, η δημιουργία και η ερμηνεία είναι εργασία και ως τέτοια πρέπει να αναγνωρίζεται και να αμείβεται. Αν πραγματικά μιλάμε για «στήριξη της τοπικής καλλιτεχνικής δημιουργίας», τότε αυτή δεν μπορεί να εξαντλείται σε προσκλήσεις συμμετοχής, σε μια θέση σε μια σκηνή ή σε λίγα λόγια προβολής, αλλά πρέπει να φαίνεται έμπρακτα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο ίδιος ο άνθρωπος που δημιουργεί και εργάζεται. Γιατί ο σεβασμός στον καλλιτέχνη δεν φαίνεται όταν τον καλείς να συμμετάσχει σε μια γιορτή της πόλης, αλλά όταν αναγνωρίζεις ότι αυτό που κάνει είναι δουλειά και ότι η δουλειά του έχει αξία.
Ασφαλώς αποτελεί ένα θετικό και σημαντικό βήμα η νέα αυτή διαμαρτυρία που αναπτύσσεται από τους εργάτες και τις εργάτριες της τέχνης. Στηρίζουμε χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Όμως δεν αρκεί να καταγγείλουμε το μεμονωμένο περιστατικό. Πρέπει να παγιωθεί ως αίτημα ότι οι καλλιτέχνες που καλεί και οργανώνει ο ίδιος ο Δήμος στις εκδηλώσεις του οφείλουν να αμείβονται αξιοπρεπώς, με συλλογικές συμβάσεις, με πλήρη ασφαλιστικά δικαιώματα, με σεβασμό στην καλλιτεχνική εργασία ως παραγωγική εργασία και όχι ως «προσφορά» ή «εθελοντισμό» που εξυπηρετεί την πολιτική καριέρα και τους εκλογικούς σχεδιαμσούς των τοπικών αρχόντων. Και δεν αρκεί ούτε αυτό. Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες οφείλουν να συνεργαστούν με τους παραδοσιακούς καταστηματάρχες της Δημοτικής Αγοράς, να χτίσουν κοινό μέτωπο αγώνα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση και την εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου, να υπερασπιστούν από κοινού τον δημόσιο χαρακτήρα της Αγοράς πριν αυτή ακολουθήσει την κατάληξη της ιστορικής Αγοράς Μοδιάνο στη Θεσσαλονίκη, όπου το λαϊκό εμπόριο εκτοπίστηκε από τις εμπορικές αλυσίδες, τα υψηλά ενοίκια και μια «αναβαθμισμένη» αισθητική που εξυπηρετεί τουρίστες και επενδυτές, αφήνοντας έξω τους μικρούς παραγωγούς και τους παλιούς επαγγελματίες.
Τα καμπανάκια έχουν χτυπήσει εδώ και καιρό και μάλιστα δυνατά, με τις απίστευτες καθυστερήσεις του έργου να αποτελούν από μόνες τους σοβαρό λόγο ανησυχίας. Επί τέσσερα και πλέον χρόνια η Δημοτική Αγορά παρέμεινε κλειστή, οι παλιοί καταστηματάρχες υπέστησαν βαριές οικονομικές απώλειες, περίμεναν διαβεβαιώσεις που διαρκώς μετατίθενταν και έβλεπαν το ιστορικό κτίριο να παραμένει εργοτάξιο χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης. Η ευθύνη βαρύνει προφανώς τον Δήμο, που είχε και έχει την πολιτική ευθύνη για την πορεία του έργου, για τις καθυστερήσεις στην εκτέλεση, για τις ασαφείς προτεραιότητες της αναδόχου εταιρείας, αλλά και για την απουσία της αναγκαίας πίεσης και διαφάνειας, την ώρα που η δημοτική αρχή παρουσίαζε διαρκώς την Αγορά ως «έργο πνοής» και ύψιστης σημασίας.
Τώρα που πλησιάζει η επαναλειτουργία της, οι ανησυχίες κορυφώνονται γύρω από τα μισθώματα, με υψηλά ενοίκια που ξεκινούν από εκατοντάδες ευρώ και κλιμακώνονται ανάλογα με τη θέση και τη χρήση, ανοιχτούς πλειοδοτικούς διαγωνισμούς για δεκάδες καταστήματα που ανεβάζουν τις τιμές και στην ευρύτερη περιοχή, κανόνες λειτουργίας που προκρίνουν συγκεκριμένες χρήσεις και «προφίλ» και ένα βαθύτατα αντεργατικό συνεχές ωράριο που εξυπηρετεί περισσότερο την τουριστική κίνηση παρά τις ανάγκες των ντόπιων. Όλα αυτά δημιουργούν τον άμεσο κίνδυνο εκτοπισμού των παραδοσιακών καταστηματαρχών, αλλαγής της φυσιογνωμίας της Αγοράς από λαϊκή αγορά τροφίμων σε βιτρίνα τουριστικής κατανάλωσης και μετατροπής ενός δημόσιου χώρου σε ακόμη ένα πεδίο κέρδους για λίγους. Η ανακατασκευή, που παρουσιάζεται ως έργο πνοής, κινδυνεύει έτσι να γίνει ακόμη ένα εργαλείο εξευγενισμού, που θα διώξει τους παλιούς επαγγελματίες, θα προκρίνει συγκεκριμένες χρήσεις και θα υπηρετεί τελικά την τουριστική εικόνα της πόλης αντί να εξυπηρετεί τις ανάγκες των κατοίκων της.
Οι παλιοί καταστηματάρχες έχουν ήδη σηκώσει φωνή για τις καθυστερήσεις, για τις οικονομικές απώλειες των χρόνων κλεισίματος, για την αβεβαιότητα της επιστροφής τους. Η Ανταρσία στα Χανιά, με τις παρεμβάσεις της εδώ και πάνω από μια δεκαετία, εντός κι εκτός του δημοτικού συμβουλίου, έχει αναδείξει ξανά και ξανά ότι αυτή η πολιτική δεν είναι τοπική ιδιαιτερότητα αλλά η ίδια η λογική της «Τοπικής Αυτοδιοίκησης» παντού: διαχείριση της φτώχειας και της επισφάλειας με όρους αγοράς, μετατροπή του δημόσιου σε πεδίο κέρδους, παραγωγή συναίνεσης μέσω πολιτιστικών εκδηλώσεων που στηρίζονται στην απλήρωτη εργασία.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο ζήτημα: δεν μιλάμε για δύο διαφορετικές υποθέσεις, για μια «ατυχή» προκήρυξη από τη μία και για το μέλλον της Δημοτικής Αγοράς από την άλλη, αλλά για δύο πλευρές της ίδιας πολιτικής αντίληψης, σύμφωνα με την οποία ο δημόσιος χώρος, ο πολιτισμός και η εργασία αντιμετωπίζονται ως διαθέσιμοι πόροι για την προβολή και την κερδοφορία της πόλης, ενώ το κόστος μεταφέρεται διαρκώς στους εργαζόμενους, στους μικρούς επαγγελματίες και στους ίδιους τους κατοίκους. Γι’ αυτό και η αντίδραση στην απλήρωτη καλλιτεχνική εργασία δεν μπορεί να μείνει υπόθεση μόνο των καλλιτεχνών, όπως και η αγωνία των καταστηματαρχών της Αγοράς δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη συντεχνιακό αίτημα. Είναι κομμάτια της ίδιας σύγκρουσης για το ποιος έχει δικαίωμα στην πόλη, ποιος μπορεί να εργάζεται και να ζει σε αυτήν και ποιος τελικά αποφασίζει για τον χαρακτήρα των δημόσιων χώρων της.
Τώρα είναι η στιγμή να πολλαπλασιαστούν οι φωνές και να συναντηθούν οι αγώνες των καλλιτεχνών με τους αγώνες των καταστηματαρχών, γιατί τελικά μιλάμε για το ίδιο πράγμα: για το ποιος έχει χώρο να δουλεύει, να δημιουργεί και να ζει στην πόλη. Μια πόλη για όλους και όχι για λίγους και εκλεκτούς, χωρίς τζάμπα εργασία για τις πολιτικές καριέρες κανενός, χωρίς μια Δημοτική Αγορά που θα μετατραπεί σε βιτρίνα για επενδυτές και χωρίς μια τοπική αυτοδιοίκηση που θα λειτουργεί ως προέκταση των συμφερόντων του κεφαλαίου. Η διαμαρτυρία χρειάζεται να γίνει συλλογική διεκδίκηση, τα αιτήματα να γίνουν υπόθεση όλων και η αντίσταση να αποκτήσει διάρκεια και οργάνωση, γιατί αλλιώς θα συνεχίσουμε να ακούμε για «μεγάλα γεγονότα», «έργα πνοής» και «αναβαθμίσεις», ενώ στο τέλος τον λογαριασμό θα τον πληρώνουν πάντα οι ίδιοι.
Ειρηναίος Μαράκης





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου