Η σταλινική αντεπανάσταση και το ράγισμα της πίστης των συγγραφέων
Η σταλινική αντεπανάσταση και το ράγισμα της πίστης των συγγραφέων
Μια προσπάθεια κατανόησης
Η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν υπήρξε απλώς μια πολιτική ανατροπή ενός παρηκμασμένου καθεστώτος αλλά μια ιστορική έκρηξη ελπίδας. Έδωσε στους καταπιεσμένους όλου του κόσμου την αίσθηση ότι η Ιστορία μπορεί να πάψει να είναι ένας μονότονος κατάλογος ηττών και να γίνει πεδίο συνειδητής χειραφέτησης. Ακριβώς γι’ αυτό το πρώτο εργατικό κράτος της Ρωσίας βρέθηκε από τα πρώτα του βήματα περικυκλωμένο από τον εμφύλιο πόλεμο, την ιμπεριαλιστική επέμβαση των καπιταλιστικών κρατών της Δύσης, με την κυβέρνηση Βενιζέλου στην πρώτη γραμμή, πείνα και υλική ερήμωση. Οι συνθήκες αυτές άνοιξαν τον δρόμο όχι σε μια αναγκαία αλλά σε μια τραγική εκτροπή: στη σταδιακή συγκρότηση μιας γραφειοκρατικής κάστας που μιλούσε στο όνομα της επανάστασης για να την αδειάσει στη συνέχεια από το περιεχόμενό της. Με λίγα λόγια, τα σοβιέτ μετατράπηκαν από ζωντανά όργανα της εργατικής εξουσίας σε χώρους υποταγής στις αποφάσεις του Στάλιν και των συνεργατών του κι ο ίδιος που οδήγησαν στην ιστορική ήττα της εργατικής δημοκρατίας, τη στιγμή που έδινε τη μάχη για την ανάπτυξη και το ρίζωμα της.
Η σταλινική αντεπανάσταση δεν εκδηλώθηκε ως ξαφνικό πραξικόπημα αλλά ως μια μακρά διαδικασία στραγγαλισμού της κριτικής σκέψης και της συλλογικής δράσης. Οι εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του ’30, τα στημένα δικαστήρια (οι περίφημες Δίκες της Μόσχας), οι εξορίες και τα στρατόπεδα εργασίας λειτουργούσαν όχι απλώς ως μηχανισμοί τρόμου αλλά ως σχολείο της νέας ιδεολογικής και κοινωνικής συμμόρφωσης.ε τη σειρά της, η επαναστατική ηθική αντικαταστάθηκε από τη λατρεία του ηγέτη και ο διεθνισμός από έναν στενό κρατικό εθνικισμό που βαφτίστηκε «σοσιαλισμός σε μία χώρα». Αυτή η πραγματικότητα συγκρούστηκε αναπόφευκτα με την ευαισθησία αρκετών διανοουμένων που πλησίασαν τον σοσιαλισμό όχι ως ένα δόγμα αλλά ως μια δυνατότητα για την ανθρώπινη απελευθέρωση. Ακόμα, κι όπως εξηγείται στη θεωρία του Τόνι Κλιφ για τον κρατικό καπιταλισμό, σύμφωνα με την οποία η ΕΣΣΔ από το 1928 και μετά, με την εισαγωγή των Πενταετών Πλάνων, μετατράπηκε σε μια μορφή καπιταλισμού όπου το κράτος λειτουργεί ως συλλογικός καπιταλιστής, η γραφειοκρατία ως άρχουσα τάξη, και η οικονομία υποτάσσεται στους νόμους της καπιταλιστικής συσσώρευσης και του ανταγωνισμού με τον δυτικό ιμπεριαλισμό, προδίδοντας έτσι τα επαναστατικά ιδανικά, οι νέες εξελίξεις οδήγησαν στην απογοήτευση πολλούς διανοούμενους που τα προηγούμενα χρόνια είχαν στηρίξει με την τέχνη και τη δράση τους το σοσιαλιστικό όραμα.
Παραδείγματα
Ο Τζωρτζ Όργουελ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας σύγκρουσης. Η εμπειρία του στον Ισπανικό Εμφύλιο, όπου πολέμησε στις πολιτοφυλακές του POUM και βίωσε από πρώτο χέρι την καταδίωξη και τη συκοφαντία των αντισταλινικών αριστερών από μηχανισμούς που καθοδηγούνταν από τη Μόσχα, υπήρξε καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του. Δεν τον οδήγησε σε απλή αντικομμουνιστική ή αντισοσιαλιστική μετάλλαξη, αλλά του αποκάλυψε ότι ο αυταρχισμός μπορεί να φορέσει και κόκκινη μάσκα. Έργα όπως η «Φάρμα των Ζώων» και το «1984» δεν αποτελούν επιθέσεις στην ιδέα της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης αλλά κραυγές αγωνίας απέναντι στην προδοσία της, αλληγορίες που αντλούν υλικό από τις σταλινικές πρακτικές παραχάραξης της Ιστορίας, της συντριβής της γλώσσας και της μετατροπής της αλήθειας σε εργαλείο εξουσίας. Ο Γεβγκένι Ζαμιάτιν είχε ήδη εκφράσει τις ανησυχίες του για τη νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση στο άρθρο του «Φοβάμαι» (1921), όπου προειδοποιούσε για την υπερβολική πειθαρχία, τον έλεγχο και την καταστολή της ατομικότητας από το κράτος. Τρία χρόνια αργότερα, στο μυθιστόρημα Εμείς (1924), μετέτρεψε αυτές τις ανησυχίες σε λογοτεχνική δυστοπία, παρουσιάζοντας ένα υπερβολικά λογικό και τεχνοκρατικό κράτος που επιβάλλει απόλυτα τη συλλογικότητα και καταργεί την ατομική ελευθερία. Τα θεματικά μοτίβα του Εμείς -ο έλεγχος, η παρακολούθηση, η καταπίεση των συναισθημάτων και η δυνατότητα αντίστασης μέσω της φαντασίας και του έρωτα- φαίνεται να επηρέασαν τον Όργουελ στο 1984, τον οποίο προσαρμόζει σε μια πολιτικά καθορισμένη καταπίεση με πιο ρεαλιστική γλώσσα και ψυχολογική εστίαση στον ήρωα. Στην ουσία, το Φοβάμαι και το Εμείς λειτουργούν ως προδρομοί δυστοπίας, που προετοίμασαν το έδαφος για την κριτική του Όργουελ στον ολοκληρωτισμό και τη χειραγώγηση της αλήθειας.
Η εμπειρία του Όργουελ στο POUM κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο (1936-1937) όντως τον οδήγησε σε κριτική του σταλινισμού και των έργων του, χωρίς να εγκαταλείψει τον σοσιαλισμό. Το «Πεθαίνοντας στην Καταλωνία» (1938) περιγράφει την καταστολή των αντισταλινικών από σοβιετικούς πράκτορες, με ηγέτες όπως ο Αντρέου Νιν να βασανίζονται και να δολοφονούνται. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι λίγο πριν τον θάνατό του, το 1949, ο Όργουελ συνεργάστηκε με το Information Research Department (IRD) του Βρετανικού Foreign Office, παρέχοντας μια λίστα με 38 ονόματα "κρυφοκομμουνιστών" ή "συνοδοιπόρων". Αυτή η συνεργασία, που αποκαλύφθηκε αργότερα, ίσως να μην τον καθιστά "πράκτορα" με την παραδοσιακή έννοια, αλλά δείχνει σαφώς μια στροφή προς την αντικομμουνιστική προπαγάνδα, ενδεχομένως λόγω της απογοήτευσής του από τον σταλινισμό.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, στη σύγχρονη εποχή, το έργο του, ιδιαίτερα το «1984», αναδεικνύεται όλο και περισσότερο ως μια προφητική κριτική του καπιταλιστικού συστήματος, όπου οι μέθοδοι ελέγχου –από την πανταχού παρούσα παρακολούθηση μέσω των ψηφιακών τεχνολογιών και των αλγορίθμων, την προπαγάνδα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων, μέχρι την καταστολή της διαφωνίας μέσω της οικονομικής πίεσης, της λογοκρισίας, της ψυχολογικής και σωματικής χειραγώγησης, μέσω των πολέμων και των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων– αντανακλούν μια πραγματικότητα όπου η αστική εξουσία εξυπηρετεί τα συμφέροντά της, είτε σε εποχές κρίσης είτε σε εποχές με λιγότερες κοινωνικές εντάσεις, μετατρέποντας την κοινωνία σε μηχανισμό υποταγής. Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πολλών έργων της διανόησης που με τα χρόνια αποκτούν νοήματα πέρα από τις αρχικές προθέσεις του δημιουργού τους, αποκαλύπτοντας πώς ο αυταρχισμός μπορεί να φορά διαφορετικές μάσκες, είτε του κρατικού καπιταλισμού είτε εκείνες του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό, ωστόσο, δεν αθωώνει τη σταλινική αντεπανάσταση και το καθεστώς του κρατικού καπιταλισμού στη μόνο κατ’ όνομα Σοβιετική Ένωση – ούτε εκείνους που ομνύουν στον λεγόμενο «σοσιαλισμό που γνωρίσαμε». Αντίθετα, αναδεικνύει την προδοσία του σοσιαλιστικού οράματος, που οδήγησε σε ιστορική ήττα τις επαναστάσεις που ακολούθησαν τη Ρώσικη, όπως η Γερμανική του 1918-1919, η Ουγγρική του 1919, η Ισπανική του 1936-1939, και ακόμα η ελληνική εμφύλια σύγκρουση του 1946-1949, όπου η σταλινική γραμμή επέβαλε διχασμό, υπονόμευσε την εργατική αυτονομία και σφράγισε την τραγωδία με ήττες που στοίχισαν ακριβά στην υπόθεση της χειραφέτησης.
Αντίστοιχη είναι η διαδρομή του Τζον Ντος Πάσος. Ξεκίνησε ως ένθερμος υποστηρικτής της Αριστεράς και της εργατικής υπόθεσης, συμμετείχε σε καμπάνιες αλληλεγγύης και είδε στην επανάσταση διέξοδο από την απανθρωπιά του καπιταλισμού. Από τη δεκαετία του 1920, ο Ντος Πάσος είχε ταχθεί υπέρ της νεοϊδρυθείσας Σοβιετικής Ένωσης. Κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου (1936–1939) τάχθηκε με τους Δημοκράτες και ταξίδεψε στην Ισπανία με τον φίλο του Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Ωστόσο, όταν είδε στην Ισπανία πώς η σοβιετική ομάδα εκεί χρησιμοποιούσε τρομοκρατικές τακτικές για να επιβληθεί κατά των τροτσκιστών και των αναρχικών - ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία του μεταφραστή και φίλου του Ντος Πάσος, Χοσέ Ρόμπλες το 1937- αποστασιοποιήθηκε από τη σταλινική αριστερά και έγραψε μια σειρά από επικριτικά άρθρα. Επίσης, διέκοψε τις σχέσεις του με τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο οποίος ενέκρινε τη δολοφονία, ως «απαραίτητη σε καιρό πολέμου». Στο βιβλίο του «Τα πολλά λεφτά» δημιούργησε τη μορφή ενός ιδεαλιστή κομμουνιστή που καταστρέφεται από τις εσωκομματικές ίντριγκες. Συγκλονίστηκε από τη δολοφονία του φίλου του Χοσέ Ρομπλές στην Ισπανία από σταλινικούς πράκτορες και από τη γενικότερη στάση της Σοβιετικής Ένωσης, που προτίμησε την πειθαρχία και τον έλεγχο από τη ζωντανή επαναστατική πρωτοβουλία. Η συγκέντρωση εμπειρία τον ώθησε σε μια σοβαρή πολιτική μετατόπιση που συχνά περιγράφεται σχηματικά ως συντηρητική αλλά ουσιαστικά αποτελεί το παράδειγμα μιας βαθιάς απογοήτευσης από την ήττα ενός οράματος και όχι μιας απλής ιδεολογικής προδοσίας. Ο Ρομπλές, μεταφραστής σοβιετικών στελεχών, κατηγορήθηκε ψευδώς ως "φασίστας κατάσκοπος" για να καλύψει τις σταλινικές εκκαθαρίσεις, και αυτή η δολοφονία (1937) προκάλεσε ρήξη με τον Χέμινγουεϊ και πολιτική μετατόπιση του Ντος Πάσος, ο οποίος έγινε υποστηρικτής του Μακαρθισμού και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, μετατρέποντας το γράψιμο του σε πιο συντηρητικό και λιγότερο πειραματικό, με αρνητικό αποτέλεσμα στον τρόπο γραφής του.
Παρόμοια, αλλά ακόμη πιο δραματική, είναι η περίπτωση του Άρθουρ Κέσλερ. Πρώην μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, που βίωσε από κοντά τη Σοβιετική Ένωση κατά τα χρόνια του πρώτου πενταετούς πλάνου και συνελήφθη από τους φασίστες του Φράνκο στην Ισπανία, ο Κέσλερ αποχώρησε το 1938 απογοητευμένος από τον σταλινισμό. Το αριστούργημά του «Το Μηδέν και το Άπειρο» (1940) είναι μια βαθιά ψυχολογική ανάλυση της «λογικής» των εκκαθαρίσεων: εξηγεί, πώς ένας παλιός μπολσεβίκος (ο Ρουμπάσοφ) οδηγείται να ομολογήσει ψευδή εγκλήματα και να αποδεχτεί τη δική του εξόντωση για χάρη της «ιστορικής αναγκαιότητας» του κόμματος. Το έργο, βασισμένο στις Δίκες της Μόσχας, αποτυπώνει την τραγική εσωτερική σύγκρουση του επαναστάτη που βλέπει το όνειρό του να μετατρέπεται σε μηχανισμό τρόμου και καταστολής.
Συμπεράσματα
Κλείνοντας, αποτελεί σημαντικό καθήκον να αναγνωρίσουμε ότι η στάση και η μετέπειτα εξέλιξη των τριών συγγραφέων δεν δικαιολογείται. Αντίθετα, ερμηνεύεται και αναλύεται μέσα από συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία και τις τραυματικές εμπειρίες που βίωσαν πολλοί κομμουνιστές και οι σύμμαχοί τους εκείνα τα χρόνια. Παράλληλα, αποτελεί μια απάντηση, με τις όποιες αδυναμίες της, ενάντια στην εύκολη και συλλήβδην καταγγελία τους – ιδίως του Όργουελ – ως απλών «αντικομμουνιστών» ή «προδοτών» του σοσιαλιστικού οράματος. Το ίδιο ισχύει και για τον Κέσλερ: η ρήξη του δεν συνιστούσε κάποιου είδους ιδεολογική χρεοκοπία, αλλά την επώδυνη και τραυματική συνειδητοποίηση της προδοσίας ενός οράματος που είχε αγκαλιάσει με πάθος. Δεν είναι μόνο αυτοί οι τρεις: πολλοί διανοούμενοι της εποχής και απλοί άνθρωποι βίωσαν παρόμοιες ρήξεις πίστης και ιδεολογικής αμφιβολίας, αντιμετωπίζοντας την πρόκληση να συνδυάσουν το όραμά τους για κοινωνική δικαιοσύνη με την πραγματικότητα της γραφειοκρατικής εξουσίας. Χωρίς να σημαίνει ότι πέρασαν και στην αντίπερα όχθη.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι αυτές οι μεταστροφές δεν μπορούν να ερμηνευτούν πειστικά αν αποσπαστούν από το ιστορικό πλαίσιο της σταλινικής αντεπανάστασης. Συγκεκριμένα, δεν απέτυχε η επαναστατική ιδέα στα μάτια αυτών των συγγραφέων· απέτυχε η παραμόρφωσή της σε έναν μηχανισμό εξουσίας που απαιτούσε σιωπή και απόλυτη υποταγή. Η λογοτεχνία έχει μάθει να αναπνέει μέσα στην αμφιβολία και την κριτική σκέψη. Όταν όμως συναντά ένα καθεστώς που απαιτεί απόλυτη πίστη, η ρήξη είναι αναπόφευκτη. Ακόμη κι αν αυτή η ρήξη οδηγήσει σε αντιφάσεις, πολιτικά αδιέξοδα ή ακόμα και σε συμφιλίωση με τον ταξικό εχθρό, την αστική τάξη και την εξουσία της.
Σήμερα, που η αστική ιδεολογία αξιοποιεί την ιστορική αναθεώρηση και τα ακροδεξιά σχήματα περί «πολιτικής ορθότητας», μαζί με την καταστολή τύπου Τραμπ, ως όπλα ενάντια σε κάθε έννοια κοινωνικής αλλαγής, είναι καθήκον της επαναστατικής Αριστεράς να ανακτήσει την ιστορική αλήθεια. Πρέπει να πει καθαρά ότι η κριτική τους στρεφόταν πρωτίστως ενάντια στον σταλινισμό ως άρνηση του σοσιαλισμού και όχι ενάντια στην προοπτική μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση. Μόνο έτσι μπορούμε να αποκαταστήσουμε τη χαμένη συνέχεια ανάμεσα στην επαναστατική ελπίδα και τη σύγχρονη ταξική πάλη, μαθαίνοντας από τα πισωγυρίσματα και τις ήττες, χωρίς να παραδίδουμε το όραμα στους δήμιους και τους παραχαράκτες του.







Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου