Ένας εθνικιστικός μύθος: Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η ίδρυση της Ελβετίας
ΕΝΑΣ ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ: Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΑΣ
Η αντίληψη ότι ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε ο εμπνευστής και δημιουργός του “ουδέτερου” ελβετικού κράτους και, ακόμη περισσότερο, του πανίσχυρου ελβετικού τραπεζικού συστήματος, αποτελεί έναν ελληνικό εθνικιστικό μύθο που δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Ο μύθος αυτός γεννήθηκε από την ανάγκη εξιδανίκευσης μιας σπουδαίας ελληνικής προσωπικότητας και από τη διάθεση να αποδοθεί σε αυτήν ρόλος παγκόσμιας εμβέλειας, πέραν των πραγματικών της ιστορικών ορίων. Η ιστορία όμως, όταν εξεταστεί χωρίς τα ιδεολογικά φίλτρα της (ακρο)δεξιάς είναι αμείλικτη. Και είναι αμείλικτη διότι το ελβετικό κράτος, η συνοχή του, οι θεσμοί του και τελικά η ουδετερότητά του, δεν γεννήθηκαν στον 19ο αιώνα ούτε στο Συνέδριο της Βιέννης αλλά αντίθετα αποτελούν προϊόν μιας μακράς, εσωτερικής, συχνά αιματηρής ιστορικής διαδρομής μέσα στους αιώνες που ολοκληρώθηκε κατά την περίοδο των ευρωπαϊκών επαναστάσεων της νεότερης εποχής (Γαλλική, Αμερικανική και Ελληνική).
Ιστορικά, η Παλαιά Ελβετική Συνομοσπονδία ήταν μια συμμαχία μεταξύ των κοινοτήτων των κοιλάδων των κεντρικών Άλπεων και η οποία διοικούνταν από ευγενείς και πατρικίους των διάφορων καντονιών που διευκόλυναν τη διαχείριση των κοινών συμφερόντων και εξασφάλιζαν την ειρήνη στους ορεινούς εμπορικούς δρόμους. Συγκεκριμένα, ο Ομοσπονδιακός Χάρτης του 1291 θεωρείται το ιδρυτικό έγγραφο της συνομοσπονδίας, παρόλο που παρόμοιες συμμαχίες πιθανότατα υπήρχαν δεκαετίες νωρίτερα. Το έγγραφο συμφωνήθηκε μεταξύ των αγροτικών κοινοτήτων Ούρι, Σβυτς και Ουτερβάλντεν. Και η συγκεκριμένη πραγματικότητα αρκεί από μόνη της ώστε να καταρρίψει τον πρώτο μύθο: η Ελβετία υπάρχει ως πολιτική οντότητα επί πέντε αιώνες πριν εμφανιστεί ο Καποδίστριας, ως πολιτικός στην υπηρεσία του Τσάρου, στην ευρωπαϊκή σκηνή.
Μέχρι το 1353, με τα τρία αρχικά καντόνια να έχουν ενωθεί με τα καντόνια Γκλάρους και Τσουγκ και τις πόλεις-κράτη της Λουκέρνης, της Ζυρίχης και της Βέρνης για να σχηματίσουν την «Παλιά Συνομοσπονδία» των οκτώ κρατών που δημιουργήθηκαν μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα. Η επέκταση οδήγησε σε αυξημένη δύναμη και πλούτο για τη συνομοσπονδία με αποτέλεσμα μέχρι το 1460, οι ομοσπονδιακοί να ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας νότια και δυτικά του Ρήνου έως τις Άλπεις και τα βουνά Ιούρα, όπου ιδρύθηκε και το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας (με σχολή ιατρικής) εγκαθιδρύοντας μια σημαντική παράδοση χημικής και ιατρικής έρευνας. Η επικράτεια της αυξήθηκε μετά από νίκες εναντίον των Αψβούργων (Μάχη του Σεμπάχ, Μάχη του Ναίφελς), επί του Καρόλου του Καραφλού της Βουργουνδίας κατά τη δεκαετία του 1470 και την επιτυχία των Ελβετών μισθοφόρων. Στη συνέχεια, η νίκη της Ελβετίας στον πόλεμο της Σουαβίας ενάντια στη Σουαβική Ένωση του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού Α' το 1499 ισοδυναμούσε με de facto ανεξαρτησία εντός της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τέλος, το 1501, η Βασιλεία και το Σαφχάουζεν προσχώρησαν στην Παλαιά Ελβετική Συνομοσπονδία. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκαλύπτεται ένα κρίσιμο στοιχείο που αποσιωπά ο εθνικιστικός μύθος: η περίφημη ελβετική ισχύς, η συνοχή και η “αυτονομία” της χώρας οικοδομήθηκαν με συγκεκριμένες στρατιωτικές νίκες, με πάλη για την εσωτερική οργάνωση και θεσμική θωράκιση του συστήματος και όχι μέσω των διπλωματικών “δώρων” ξένων παραγόντων και διπλωματών.
Έτσι, η Συνομοσπονδία απέκτησε τη φήμη της αήττητης δύναμης κατά τη διάρκεια αυτών των προηγούμενων πολέμων, αλλά η επέκταση της συνομοσπονδίας έκανε πολλά βήματα πίσω με την ήττα της Ελβετίας στη Μάχη του Μαρινιάνο το 1515, η οποία οδήγησε στον τερματισμό της λεγόμενης “ηρωικής εποχής” της ελβετικής ιστορίας. Μεταξύ άλλων, η επιτυχία της θρησκευτικής – αλλά και βαθύτατα πολιτικής – Μεταρρύθμισης του Ζβίγγλιου σε ορισμένα καντόνια οδήγησε σε διακαντονικές θρησκευτικές συγκρούσεις το 1529 και το 1531 (Πόλεμοι του Κάπελ). Χρειάστηκαν περισσότερο από εκατό χρόνια μετά από αυτούς τους εσωτερικούς πολέμους, το 1648, με την Ειρήνη της Βεστφαλίας ώστε οι ευρωπαϊκές χώρες να αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία της Ελβετίας από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την ουδετερότητά της. Άρα το ζήτημα της εσωτερικής ειρήνης και η ουδετερότητα δεν είναι ιδέα πρωτότυπη του Καποδίστρια αλλά στην πραγματικότητα, μια διεθνής αναγνώριση της ήδη διαμορφωμένης πραγματικότητας, έπειτα από αιώνες εσωτερικών συγκρούσεων, πολέμων και εξισορρόπησης δυνάμεων.
Κατά την Πρώιμη Σύγχρονη περίοδο της ελβετικής ιστορίας, ο αυξανόμενος αυταρχισμός των οικογενειών των πατρικίων σε συνδυασμό με μια οικονομική κρίση στον απόηχο του Τριακονταετούς Πολέμου οδήγησε στον ελβετικό πόλεμο των αγροτών του 1653 και, στο παρασκήνιο, η σύγκρουση μεταξύ καθολικών και προτεσταντικών καντονιών συνεχίστηκε, με αποτέλεσμα να κλιμακωθεί στον Πρώτο Πόλεμο του Βίλμεργκεν το 1656 και στον Πόλεμο Τόγκενμπουργκ (Δεύτερος Πόλεμος του Βίλμεργκεν) το 1712. Από μία άποψη, η αδιάκοπη εσωτερική πάλη εξηγεί γιατί η Ελβετία “επέλεξε” την ουδετερότητα ως μηχανισμό επιβίωσης και όχι επειδή της την υπέδειξε κάποιος φωτισμένος ξένος διπλωμάτης.
Μετά από μια περίοδο αναταραχής με επαναλαμβανόμενες βίαιες συγκρούσεις, όπως το Τσιούριπουτσχ του 1839, ο εμφύλιος πόλεμος (Sonderbundskrieg) ξέσπασε το 1847 όταν ορισμένα καθολικά καντόνια προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια ξεχωριστή συμμαχία. Ο πόλεμος διήρκεσε λιγότερο από έναν μήνα, με λιγότερα από 100 θύματα. Με λίγα λόγια, έπεισε τους περισσότερους Ελβετούς για την ανάγκη ενότητας. Ακολούθησε το Σύνταγμα του 1848, εμπνευσμένο σε μεγάλο βαθμό από το αμερικανικό πρότυπο, το οποίο εγκαθίδρυσε την ομοσπονδιακή δομή, κατοχύρωσε την αυτοδιοίκηση των καντονιών, εισήγαγε το διθάλαμο κοινοβούλιο και οδήγησε στην καθιέρωση του ελβετικού φράγκου. Οι μεταρρυθμίσεις του 1874 και του 1891 ενίσχυσαν περαιτέρω τα στοιχεία άμεσης δημοκρατίας.
Σε αυτό το πλαίσιο καθίσταται απολύτως σαφές ότι στην ίδια την Ελβετία ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν «τιμάται» ως ιδρυτής του κράτους ούτε ως συντάκτης του Συντάγματός του. Στην ελβετική ιστοριογραφία, στη δημόσια μνήμη και στους θεσμούς της χώρας, δεν υπάρχει καμία αναφορά που να του αποδίδει τέτοιο ρόλο: δεν υφίστανται μνημεία, εθνικές εορτές, σχολικές διδαχές ή επίσημες αφηγήσεις που να παρουσιάζουν τον Καποδίστρια ως δημιουργό της ελβετικής κρατικής υπόστασης. Ο ρόλος του περιορίστηκε στη συμμετοχή του, ως κορυφαίου διπλωμάτη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, στις διεθνείς διαπραγματεύσεις της περιόδου 1813–1815, όπου υποστήριξε τη διατήρηση της συνομοσπονδιακής δομής και την αρχή της ουδετερότητας. Πρόκειται για μια διπλωματική συμβολή συγκυριακού χαρακτήρα και όχι για πράξη θεσμικής θεμελίωσης. Το σύγχρονο ελβετικό κράτος και το ομοσπονδιακό του Σύνταγμα διαμορφώθηκαν δεκαετίες αργότερα, μέσα από εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικούς συμβιβασμούς, χωρίς ιστορική ή θεσμική σύνδεση με το πρόσωπο του. Τα μνημεία του Καποδίστρια στη Λωζάννη και στη Γενεύη έχουν απλά ένα συμβολικό και διπλωματικό χαρακτήρα, τιμώντας τον ως διεθνή διπλωμάτη της περιόδου 1813–1815 και όχι ως ιδρυτή ή συντάκτη του ελβετικού κράτους. Δεν αποτελούν μέρος της ελβετικής ιστοριογραφίας, δημόσιας μνήμης ή θεσμικών αφηγήσεων, και η ύπαρξή τους δεν επιβεβαιώνει τον εθνικιστικό μύθο, αλλά αναδεικνύει τη σύγχυση ανάμεσα σε συμβολική τιμή και πραγματική ιστορική θεμελίωση.
Και εδώ κλείνει ο κύκλος της πρόχειρης αποδόμησης που προηγήθηκε: το ελβετικό κράτος, η “ουδετερότητα”, οι θεσμοί και τελικά το οικονομικό του μοντέλο είναι το αποτέλεσμα εσωτερικής ιστορικής ωρίμανσης αιώνων και όχι προϊόν της έμπνευσης ενός εξωτερικού παράγοντα. Η απόπειρα να αποδοθεί στον Καποδίστρια ρόλος ιδρυτή δεν τιμά ούτε την ιστορία ούτε τον ίδιο. Αντιθέτως, αποκαλύπτει ότι η κατασκευή μύθων εκεί όπου τα γεγονότα είναι ήδη επαρκή και εντυπωσιακά από μόνα τους δημιουργεί ένα αρνητικό προηγούμενο που επιχειρεί με όπλο το ψέμα, την ιστορική αλλοίωση και την επίκληση στο συναίσθημα να ελέγξει την κοινωνική και ιστορική συνείδηση των πολιτών στην Ελλάδα. Και να διαφημίσει ως ανάγκη της κοινωνίας την στήριξη της εξουσίας του ενός και της μειοψηφικής αστικής τάξης απέναντι στο ιστορικό μας καθήκον να αναπτύξουμε τις συλλογικές αντιστάσεις και να προωθήσουμε μια δημοκρατική, ισότιμη και συμμετοχική κοινωνία που δεν βασίζεται σε μύθους αλλά στην πραγματικότητα και τη γνώση της ιστορίας. Ιδιαίτερα σε μια εποχή κρίσης όπως η δική μας που η ελληνική κυβέρνηση και η αστική τάξη του τόπου μάς καλούν να ετοιμαστούμε για πόλεμο αλλά και για να υποδεχτούμε τους πρώτους νεκρούς των ιμπεριαλιστικών τους εξορμήσεων.
Ειρηναίος Μαράκης





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου