Ενωμένοι ενάντια στον πόλεμο και την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα

 

(Φωτό αριστερά): 21/3, Λονδίνο. Φωτό: Jess Hurd

Ενωμένοι ενάντια στον πόλεμο και την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα

Του Ειρηναίου Μαράκη

Ο ελληνικός καπιταλισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τα συμφέροντα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και με τη στρατηγική στήριξη του Ισραήλ σε κάθε επίπεδο - οικονομικό, πολιτικό, διπλωματικό και ενεργειακό. Πρόκειται για μια σταθερή πολιτική επιλογή της άρχουσας τάξης, η οποία δεν αμφισβητείται ουσιαστικά, ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση βρίσκεται κάθε φορά στην εξουσία. Όσο κι αν εναλλάσσονται τα κυβερνητικά σχήματα, η βασική κατεύθυνση της εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής παραμένει η ίδια, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική πρόσδεση της χώρας στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς. Η παρουσία των αμερικανικών αεροπλανοφόρων, όπως το Τζέραλντ Φορντ, στη Σούδα ήταν πάντα ένα σταθερό σημείο στήριξης των πολεμικών σχεδιασμών - μην ξεχνάμε τη στήριξη στην επίθεση το 1999 στη Σερβία από την τότε κυβέρνηση - αλλά πλέον έχει προχωρήσει η αναβάθμισή της το τελευταίο διάστημα ως σημείο στρατιωτικής στήριξης του Τραμπ και του Νετανιάχου. Και φυσικά, αποκορύφωμα της συγκεκριμένης πολιτικής είναι η άμεση εμπλοκή της κυβέρνησης τόσο στον πόλεμο του Ιράν με τα πλοία στην Κύπρο και τις συστοιχίες Patriot στην Κάρπαθο και στα σύνορα με τη Βουλγαρία, όσο και με την ελληνική συμμετοχή στη δύναμη κατοχής στη Γάζα.

Όλα τα παραπάνω εντάσσονται στα πλαίσια της ρευστοποίησης της παλιάς τάξης πραγμάτων και της κρίσης - πολιτικής, οικονομικής, ιδεολογικής - του καπιταλισμού από το 2008 και έπειτα, με αποτέλεσμα την όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών αλλά και τη δημιουργία νέων πιέσεων στις περιφερειακές δυνάμεις που διεκδικούσαν και διεκδικούν τον ρόλο του κυρίαρχου υποιμπεριαλισμού στην περιοχή τους. Δεν πρόκειται για μια απλή και οπωσδήποτε κεντρική πρωτοβουλία της άρχουσας τάξης σε κάθε χώρα, αλλά για μια διαδικασία σε απευθείας σύνδεση με την περίοδο της αμερικανικής ηγεμονίας, όπου οι ΗΠΑ ενθαρρύνουν, για λογαριασμό τους, τον ρόλο του επιτηρητή σε διάφορες περιοχές. Ο ρόλος αυτός διεκδικείται από πολλά κράτη και εξαρτάται από συγκεκριμένες συνθήκες, είτε αυτές επιλυθούν ειρηνικά, διπλωματικά ή μέσω πολεμικών επιχειρήσεων. Και όσο προχωράει η κρίση, αλλά και όσο υποχωρεί η αμερικανική δυναμική, τόσο οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις οξύνονται. Αλλά τίποτα δεν εξασφαλίζει ότι η τάδε ή δείνα περιφερειακή δύναμη θα παραμείνει σταθερή για καιρό ως δύναμη ελέγχου και κυριαρχίας σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Το παράδειγμα του Σαντάμ Χουσείν, που από τη μία ήταν «σύμμαχος» και μετά «εχθρός» των Αμερικανών, είναι χαρακτηριστικό. Αυτό είναι ένα μάθημα που αρκετοί μαθαίνουν με τον χειρότερο τρόπο, χωρίς όμως να κάνουν πράξη και τη ρήξη που απαιτείται - χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το δέσιμο της Ουκρανίας στο άρμα των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Οι περιφερειακές συγκρούσεις όμως δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο. Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο ανταγωνισμός της Ελλάδας με την Τουρκία διαρκεί τουλάχιστον ολόκληρο τον 20ο αιώνα και το πρώτο μισό του 21ου, για να μην αναφέρουμε και τα προηγούμενα έτη από την έναρξη της Επανάστασης του 1821 και έπειτα. Πρόκειται για έναν ανταγωνισμό που πλέον έχει ξεπεράσει τα στενά όρια του Αιγαίου και έχει φτάσει στη Λιβύη και την ανατολική Μεσόγειο μέσω της επέκτασης των ΑΟΖ. Και όσο κι αν αναβίωνε η «φιλία» μεταξύ των δύο υποιμπεριαλισμών, μελών του ίδιου οργανισμού (ΝΑΤΟ) πάντα, - και ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα - πήγαινε πλάι πλάι με την κλιμάκωση των εξοπλισμών. Συνέχεια όλων των παραπάνω είναι και η στροφή της Τουρκίας προς την ανοιχτή συνεργασία με το Ισραήλ και η απόφαση για συμμετοχή στην κατοχική δύναμη της Γάζας.

Όλα τα παραπάνω δεν συμβαίνουν σε κενό χρόνο, ούτε αποτελούν ένα περιφερειακό φαινόμενο, όπως ήδη αποδείξαμε. Φέτος συμπληρώθηκαν τέσσερα χρόνια από την κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία - που η κυρίαρχη προπαγάνδα υπολόγιζε ότι θα τελειώσει με την κατάληψη της χώρας από τις ρώσικες κατοχικές δυνάμεις μέσα σε μια εβδομάδα - και με τη γενοκτονία στη Γάζα από το κράτος απαρτχάιντ και τρομοκράτη Ισραήλ, που σηματοδοτούν ότι η ένταση ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις διεθνώς έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Πλέον ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός επιτέθηκε στη Βενεζουέλα, συνέχισε με απειλές για κατάληψη της Γροιλανδίας, προχώρησε στον βομβαρδισμό του Ιράν και απειλεί ανοιχτά την Κούβα, ενώ την πνίγει οικονομικά και ενεργειακά με εμπάργκο διαρκείας.

Η κρίση του 2008 έδωσε νέα ώθηση στην όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η Ουκρανία χτυπήθηκε άγρια και η άρχουσα τάξη της χώρας χωρίστηκε σε δύο πλευρές, ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Ακολούθησε κατάρρευση του νομίσματος και όσοι «ολιγάρχες» της χώρας είχαν δάνεια σε δολάρια δεν μπορούσαν να πληρώσουν, κι έτσι η επιλογή για διάσωση μέσω δανειοδότησης από το ΔΝΤ αποδείχτηκε μονόδρομος. Παράλληλα, αυτό σήμανε και ένταξη στους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ. Από την πλευρά του, ο Πούτιν υπολόγιζε ότι θα ελέγξει την κατάσταση με μια άμεση πολεμική επέμβαση, όπως στη Γεωργία, αλλά απέτυχε. Ακριβώς την ίδια συνταγή υιοθέτησε ο Τραμπ στο Ιράν, αλλά απέτυχε επίσης. Πάντως, οι ΗΠΑ και η Ρωσία δεν είναι μόνες τους σε αυτή τη μάχη για την κυριαρχία. Η Κίνα είναι ο άλλος, σημαντικός και μεγάλος ιμπεριαλιστικός πόλος, και ακολουθεί η γηραιά ήπειρος.

Η Κίνα αποτελεί σήμερα τον μεγαλύτερο ιμπεριαλιστικό ανταγωνιστή του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, αναδεικνυόμενη ως κύριος αγοραστής φθηνού πετρελαίου από χώρες που πλήττονται από τις κυρώσεις και τις επεμβάσεις των ΗΠΑ, όπως το Ιράν (όπου απορροφά πάνω από το 80% των εξαγωγών) και η Βενεζουέλα. Παρά την όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και τον πόλεμο στο Ιράν που διαταράσσει τις ενεργειακές ροές, το Πεκίνο διατηρεί στρατηγική σιωπή και προσεκτική ουδετερότητα, εστιάζοντας στην ενίσχυση της οικονομικής του θέσης, στην τεχνολογική αυτονομία και στην επέκταση της Πρωτοβουλία μιας ζώνης και ενός δρόμου σε δεκάδες χώρες του Παγκόσμιου Νότου. Δεν πρόκειται για μια «αντιιμπεριαλιστική» δύναμη που στηρίζει τους λαούς, αλλά για έναν κρατικο-καπιταλιστικό πόλο που διεκδικεί μερίδιο στην παγκόσμια κυριαρχία, εκμεταλλευόμενος την κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας για να προωθήσει τη δική του πολυπολική ατζέντα, χωρίς όμως να αμφισβητεί ριζικά το σύστημα που γεννά τους πολέμους και την εκμετάλλευση. Η «σταθερότητα» που προβάλλει είναι απλώς το προσωπείο της δικής της ιμπεριαλιστικής επέκτασης. Ακόμα, αποτελεί τον βασικό αγοραστή αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας. Πιο αναλυτικά, το 2011 οι εξαγωγές ανέρχονταν σε μόλις 10%, ενώ το 2023 ανέβηκαν στο 63%. Παράλληλα, οι εξαγωγές στις ΗΠΑ συνεχίζουν να καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της παραγωγής, αν και έχουν σημαντική μείωση, αφού από το 40% το 2011 το ποσοστό έφτασε στο 23% το 2023. Επίσης, μεγάλος προμηθευτής της Κίνας σε πετρέλαιο είναι και το Ιράν.

Από την πλευρά του, ο Τραμπ, μετά τους περσινούς βομβαρδισμούς, υπερηφανευόταν ότι έβαλε τέλος σε έναν ακόμα πόλεμο. Στην πραγματικότητα, η επέμβαση των ΗΠΑ αλλά και ο τελευταίος πόλεμος επιβεβαιώνουν ότι το Ισραήλ δεν είχε τη δυνατότητα να κάνει τη «βρώμικη δουλειά» και έτσι ανέλαβε ο λαβωμένος αμερικάνικος ιμπεριαλισμός - αξίζει να αναφερθεί η υποχώρηση, μετά από πολλά χρόνια, των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, με εικόνες που στους παλιότερους ή στους πιο διαβασμένους θύμισαν την υποχώρηση των Αμερικανών και των συμμάχων τους από τη Σαϊγκόν το 1975.

Οι πραγματικές διαστάσεις της συγκεκριμένης εκστρατείας φαίνονται από τις απελπισμένες προσπάθειες του Τραμπ να αναβαθμίσει το λεγόμενο Συμβούλιο Ειρήνης, που παρουσιάστηκε στο περιθώριο της Συνόδου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας και ξεκίνησε ως θεσμός για τη στήριξη της γενοκτονίας, για να εξελιχθεί σε όργανο διεθνούς στήριξης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Έχει προσκληθεί πλήθος χωρών για να συμμετάσχουν στον νέο οργανισμό. Για την ώρα, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις (Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία, Ισπανία) απέρριψαν τη συμμετοχή τους, ενώ η ΕΕ έχει δηλώσει ότι δεν σκοπεύει να συμμετάσχει σε αυτόν. Προφανώς, ο Τραμπ θα ήθελε να είναι κυρίαρχος σε αυτό το πολιτικό “παιχνίδι”, αλλά πλέον οι εποχές έχουν αλλάξει και η ηγεμονία των ΗΠΑ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα φάση αμφισβήτησης διεθνώς. Η αμερικάνικη επίθεση για έλεγχο των ροών του πετρελαίου και των θαλάσσιων δρόμων στην Αρκτική είναι δεμένη με την ιμπεριαλιστική εκστρατεία για την αναβίωση του Δόγματος Μονρόε στη Λατινική Αμερική. Όπως αναφέρει, μεταξύ άλλων, σχετική Διακήρυξη της Διεθνιστικής Σοσιαλιστικής Τάσης: « […] η παγκόσμια κυριαρχία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού βρίσκεται υπό αυξανόμενη ποίηση, Η Κίνα έχει αναδειχθεί ως ο μεγαλύτερος αντίπαλος της και η μεγαλύτερη αγορά για τις πρώτες ύλες και τις γεωργικές εξαγωγές της Λατινικής Αμερικής. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει θέσει ως σημαντικότερη προτεραιότητα την ενίσχυση της κυριαρχίας των ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο και τους πόρους του». Και αυτό είναι το πλαίσιο όπου εντοπίζουμε την ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Παράλληλα, αναδεικνύεται γιατί η επίθεση στο Ιράν δεν αποτελεί απλά μια επιθυμία του Νετανιάχου που τραβάει δίπλα του τις ΗΠΑ, αλλά μια στρατηγική επιλογή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, όπως επιλογή αποτελεί και η κλιμάκωση της ισλαμοφοβικής ρητορικής που συμβαδίζει με τη ρατσιστική πολιτική Τραμπ και τις αντεργατικές του επιλογές στο εσωτερικό της χώρας.

Η λενινιστική απάντηση

Για να φτάσουμε σε μια καθαρή εικόνα για τις σημερινές εξελίξεις, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στη μαρξιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό, όπως διαμορφώθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα, και στις αλλαγές που μεσολάβησαν από τότε μέχρι σήμερα. Μετά από δύο Παγκόσμιους Πολέμους περάσαμε στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, που κράτησε δεκαετίες και έδωσε τη θέση της στην αμερικανική «Νέα Τάξη Πραγμάτων», η οποία διεκδικούσε τη μονιμότητα του «τέλους της ι
στορίας». Τώρα πια είναι ολοφάνερο ότι η αμερικανική ηγεμονία βρίσκεται σε κρίση και η επιστροφή στον Λένιν είναι επίκαιρη.

Αξίζει να αναφέρουμε, πηγαίνοντας πίσω αρκετά χρόνια, ότι ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τις βαθιές αλλαγές που συντελούνταν στον καπιταλισμό ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν συγκροτήσει εκτεταμένες αποικιακές αυτοκρατορίες και νέοι ανταγωνιστές, όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, διεκδικούσαν το δικό τους μερίδιο στην παγκόσμια κυριαρχία. Σε αυτή τη συγκυρία, η μαρξιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό αναπτύχθηκε ως προσπάθεια κατανόησης των νέων μορφών καπιταλιστικής επέκτασης και του πολεμικού ανταγωνισμού που τις συνόδευε. Ο Λένιν και ο Μπουχάριν αξιοποίησαν την ανάλυση του Μαρξ για τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, προκειμένου να εξηγήσουν ότι η εμφάνιση των αυτοκρατοριών δεν αποτελούσε κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά προϊόν της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Άλλωστε, το 1911-1912 σηματοδοτεί την περίοδο της πρώτης μεγάλης «παγκοσμιοποίησης» του καπιταλισμού – μια διαδικασία που στην πράξη εκφράστηκε μέσα από οξυμένους ανταγωνισμούς και την επέκταση του ιμπεριαλισμού. Τα χρόνια αυτά αποτελούν ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Ο Λένιν, μέσα από τα άρθρα του για τον ιμπεριαλισμό, υπογράμμιζε ότι ανοίγει μια νέα εποχή πολέμων και επαναστάσεων. Ταυτόχρονα, αναδείκνυε ότι διευρύνονται οι δυνατότητες του επαναστατικού κόμματος να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο – και, ακριβώς γι’ αυτό, καθίσταται αναγκαία η καλύτερη οργάνωσή του.

Σε αυτές τις συνθήκες, το συνέδριο των Μπολσεβίκων το 1912 κατέληξε ότι το κόμμα μπορεί να παίξει στρατηγικό ρόλο στη νέα περίοδο. Ο Λένιν έθεσε τη γραμμή «να μετατρέψουμε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο», σε αντιπαράθεση με ρεύματα της Αριστεράς που περιορίζονταν σε γενικά συνθήματα ειρήνης. Για να γίνει αυτό πράξη, χρειαζόταν μια ισχυρή οργάνωση μέσα στην εργατική τάξη. Με λίγα λόγια, αυτό σήμαινε τρία βασικά στοιχεία: πρώτον, εργατική εφημερίδα – η Πράβδα ως όργανο των ίδιων των εργατών. Δεύτερον, ισχυρή τοπική οργάνωση με πυρήνες και συντονισμό στους χώρους δουλειάς, που οδήγησε την πλειοψηφία των συνδικάτων της Πετρούπολης υπό την επιρροή των Μπολσεβίκων και τρίτον, την ύπαρξη μιας καθαρής πολιτική στάση στα μεγάλα ζητήματα της εποχής – για την αυτοδιάθεση των λαών, για τη στήριξη των γυναικών και τη συμμαχία με την αγροτιά, μαζί με μαζικούς αγώνες ενάντια στον πόλεμο. Έτσι, τον Φλεβάρη του 1917 οι Μπολσεβίκοι είχαν εξελιχθεί σε μια καθοριστική δύναμη. Παρά τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις, ο Λένιν με τις Θέσεις του Απρίλη επέβαλε τον προσανατολισμό «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ», οδηγώντας στη νίκη της επανάστασης.

Αυτά ήταν τα κατάλληλα εργαλεία σε μια περίοδο όπου η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν οδηγούσε σε ειρηνική σύγκλιση των οικονομιών, αλλά σε ανισόμετρη ανάπτυξη και σε διαρκή αναμέτρηση για αγορές, πρώτες ύλες και γεωπολιτική ισχύ. Η δυναμική αυτή επιβεβαιώθηκε με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, όταν η Γερμανία αμφισβήτησε την πρωτοκαθεδρία της Βρετανίας και της Γαλλίας. Ταυτόχρονα, οι επαναστάσεις που ξέσπασαν στη Ρωσία και στη Γερμανία έδειξαν ότι το τέλος του πολέμου δεν προέκυψε απλώς από στρατιωτική επικράτηση ή διπλωματικές συμφωνίες, αλλά από την παρέμβαση των ίδιων των εργαζομένων και των στρατιωτών που στράφηκαν ενάντια στα καθεστώτα τους.

Στη συνέχεια, η επικράτηση του σταλινισμού και η διαμόρφωση των δύο αντίπαλων μπλοκ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οδήγησαν σε μια παραμόρφωση της λενινιστικής ανάλυσης. Ο αντιιμπεριαλισμός περιορίστηκε συχνά είτε στη στήριξη του Ανατολικού μπλοκ είτε στους αγώνες των χωρών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, ενώ υποτιμήθηκε ο ρόλος της εργατικής τάξης στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ανοίγοντας παρένθεση, οφείλουμε να πούμε ότι αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρούμε και σήμερα. Άλλοι αντιμετωπίζουν την Κούβα και τη Βενεζουέλα ως τις συνεπείς εκείνες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις που θα έρθουν σε ρήξη με τον Τραμπ και άλλοι θεωρούν ότι το φονταμενταλιστικό Ιράν και οι θρησκευτικοί-πολιτικοί του ηγέτες, που κατέπνιξαν την Ιρανική Επανάσταση του 1979 και έχουν εγκαθιδρύσει ένα αυταρχικό καθεστώς στη χώρα, μπορούν να βάλουν τέλος στις πολεμικές διαμάχες. Με τέτοιες λογικές, καταστρεπτικές τόσο για το δημοκρατικό κίνημα μέσα στο Ιράν όσο και για το αντιπολεμικό κίνημα εδώ και διεθνώς, έχει να αναμετρηθεί η επαναστατική Αριστερά.

Ωστόσο, οι κοινωνικές εκρήξεις της δεκαετίας του 1960, όπως ο Μάης, το αντιπολεμικό κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ και οι εργατικοί αγώνες στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, το κίνημα των Μαύρων και η εξέργεση του Στόουνγουολ, ανέδειξαν ξανά τη δυνατότητα των εργαζομένων να αμφισβητήσουν την ιμπεριαλιστική πολιτική των κυβερνήσεών τους. Την ίδια περίοδο, η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν αποκάλυψε ότι και τα καθεστώτα του Ανατολικού μπλοκ λειτουργούσαν με λογικές κρατικού ανταγωνισμού και στρατιωτικής επέκτασης, γεγονός που συνέβαλε στην κρίση και τελικά στην κατάρρευσή τους.

Προφανώς, και κόντρα στα ιδεολογήματα περί του «τέλους της Ιστορίας» και της οριστικής νίκης του Δυτικού μπλοκ, οι ι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί δεν εξαφανίστηκαν ούτε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Παρά την εικόνα της μοναδικής υπερδύναμης που προβλήθηκε μετά το 1991, η σχετική ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών άρχισε να μειώνεται ήδη από τις προηγούμενες δεκαετίες, καθώς νέες οικονομικές δυνάμεις, όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, ενίσχυαν τη θέση τους στην παγκόσμια οικονομία. Η περίοδος της παγκοσμιοποίησης που ακολούθησε δεν κατάργησε τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα κράτη, αλλά τον μετέφερε σε νέες μορφές οικονομικής και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Στις αρχές του 21ου αιώνα διαμορφώθηκε μια φάση συνεργασίας ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, με τη Ρωσία και την Κίνα να εντάσσονται βαθύτερα στην παγκόσμια αγορά και να συμμετέχουν σε διεθνείς θεσμούς οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας. Οι οικονομικές σχέσεις επεκτάθηκαν σε κρίσιμους τομείς όπως η ενέργεια και η βιομηχανία, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκαν μορφές στρατιωτικής και πολιτικής συνεννόησης. Παρά τις περιόδους συνεργασίας, οι ανταγωνισμοί παρέμειναν ενεργοί και σταδιακά, για λόγους που εξηγήσαμε προηγουμένως, οξύνθηκαν. Η οικονομική επέκταση, η αναζήτηση νέων αγορών και η επιδίωξη γεωπολιτικής επιρροής συνέχισαν να διαμορφώνουν τις σχέσεις ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, προετοιμάζοντας το έδαφος για νέες συγκρούσεις. Ο σύγχρονος κόσμος δεν χαρακτηρίζεται από σταθερή ειρήνη ή μόνιμη συνεργασία, αλλά από έναν διαρκή και πολυπολικό ανταγωνισμό, όπου η οικονομική απληστία και οι γεωπολιτικές φιλοδοξίες των καπιταλιστικών κρατών παραμένουν βασικοί παράγοντες αστάθειας και κρίσης.

Σήμερα

Στις μέρες μας πρέπει να αντλήσουμε διδάγματα από την παράδοση των Μπολσεβίκων. Δεν είναι η πρώτη φορά που η οργανωμένη παρέμβαση φέρνει αποτελέσματα: στις πρώτες ιμπεριαλιστικές επιθέσεις στο Αφγανιστάν και στον πόλεμο του Ιράκ, οι πρωτοβουλίες μας στα Ευρωπαϊκά Κοινωνικά Φόρουμ, η δράση στους χώρους δουλειάς και η σύνδεση με τους αγώνες ενάντια στη δική μας κυβέρνηση έδειξαν τη δύναμη της συλλογικής οργάνωσης. Το ίδιο φάνηκε και στη μάχη ενάντια στο ρατσισμό, τη φασιστική απειλή και τη ναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή, όταν άλλες δυνάμεις είτε υποτίμησαν τον κίνδυνο είτε επέλεξαν περιθωριακές λύσεις και απομόνωση.

Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι η ήττα του Τραμπ, του Μητσοτάκη και του Νετανιάχου δεν θα έρθει από τους πυραύλους του Ιράν και της Χεζμπολάχ, αλλά από το αντιπολεμικό κίνημα σε Αμερική, Ευρώπη, Ελλάδα και σε όλον τον κόσμο. Οι ενωτικές αντιπολεμικές διαδηλώσεις – από τις ΗΠΑ μέχρι διάφορες χώρες της Ευρώπης – καθώς και το παγκρήτιο συλλαλητήριο στη βάση της Σούδας, το Σάββατο 28 Μαρτίου στις 1 μ.μ., στα πλαίσια της παγκόσμιας μέρας ενάντια στο ρατσισμό, το φασισμό και τον πόλεμο – αποτελούν το πρώτο, μεγάλο και κρίσιμο βήμα για τη συνέχεια.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις