Με αφορμή την ιστορική καταδίκη της Χρυσής Αυγής



ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ 

Η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών για την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής αποτελεί μια ιστορική νίκη απέναντι στον οργανωμένο φασισμό, όμως δεν μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργήσει ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για το αστικό πολιτικό σύστημα που για χρόνια είτε ανέχθηκε είτε αξιοποίησε τη φασιστική απειλή ανάλογα με τις συγκυρίες, τις ανάγκες και τα συμφέροντα του. Το δικαστήριο επιβεβαίωσε σε δεύτερο βαθμό την ενοχή και των 42 κατηγορουμένων, κρίνοντας εκ νέου ως διευθυντές της εγκληματικής οργάνωσης τους Νίκο Μιχαλολιάκο, Ηλία Κασιδιάρη, Γιάννη Λαγό, Γιώργο Γερμενή, Ηλία Παναγιώταρο, Χρήστο Παππά και Ιωάννη Ματθαιόπουλο, μαζί με τον σκληρό πυρήνα των στελεχών και των ταγμάτων εφόδου, σφραγίζοντας οριστικά τον εγκληματικό χαρακτήρα μιας οργάνωσης που επιχείρησε να εμφανιστεί ως πολιτικό κόμμα ενώ λειτουργούσε ως μηχανισμός καταστολής, θανάτου και βίας.

Όμως, οφείλουμε να πούμε, η άνοδος της εγκληματικής οργάνωσης δεν προέκυψε σε κάποιο κενό αέρος, ούτε ήταν ιστορικό ατύχημα. Αντίθετα, η αστική δημοκρατία, τουλάχιστον από τη Μεταπολίτευση και μετά, φέρει συγκεκριμένες ευθύνες για την ανοχή, την υποτίμηση και σε ορισμένες στιγμές για την πολιτική αξιοποίηση και ενίσχυση της ακροδεξιάς, ρατσιστικής ρητορικής, ενώ διαδοχικές κυβερνήσεις με τις επιχειρήσεις σκούπα κατά των μεταναστών και με τις πολιτικές τόσο των στρατοπέδων συγκέντρωσης όσο και των δολοφονικών επαναπροωθήσεων, επέτρεψαν να καλλιεργηθεί ένα κλίμα ξενοφοβίας, αυταρχισμού και κοινωνικού αυτοματισμού που άνοιξε χώρο στον φασισμό να παρουσιαστεί ως δήθεν αντισυστημική λύση. Η θεσμική αντίδραση υπήρξε τελικά αποφασιστική αλλά δεν ήταν αυτονόητη ούτε αυθόρμητη, καθώς προηγήθηκαν χρόνια κατά τα οποία η βία βαφτιζόταν ως μεμονωμένο περιστατικό και οι οργανωμένες επιθέσεις αντιμετωπίζονταν ως υπερβολές του δημόσιου λόγου και ως ιδεοληψίες της προοδευτικής αντιπολίτευσης, την ίδια στιγμή που στους δρόμους, στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές το εργατικό και αντιφασιστικό κίνημα έδινε τον πραγματικό τόνο της αντίστασης. Όχι χωρίς πόνο και θυσίες: οι δολοφονίες του Σαχζάτ Λουκμάν και του Παύλου Φύσσα, οι επιθέσεις κατά των λιμενεργατών του ΠΑΜΕ και των Αιγυπτίων αλιεργατών, είχαν κόστος για την εργατική τάξη και τις οικογένειές των θυμάτων. Παράλληλα, έδωσαν, μεταξύ άλλων, το μήνυμα ότι δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσουμε την απόπειρα φασιστικής τρομοκρατίας χωρίς οργανωμένη παρέμβαση από την πλευρά του εργατικού, αντιφασιστικού κινήματος, των σωματείων, των συνδικάτων και των φοιτητικών συλλόγων.

Κεντρική μάχη 

Η Αριστερά, με τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της, στάθηκε στην πρώτη γραμμή όταν ο φασισμός επιχειρούσε να ριζώσει κοινωνικά, κατέγραψε, κατήγγειλε αλλά και προστάτευσε τα θύματα. Ιδιαίτερα η επαναστατική και αντικαπιταλιστική Αριστερά συνέβαλε καθοριστικά στην ανάδειξη ως κεντρικής της μάχης ενάντια στο ρατσισμό και τη φασιστική απειλή όταν σε άλλες αριστερές δυνάμεις, μέρος της αναρχίας και ακόμα και τμήματα του ευρύτερου αντικαπιταλιστικού χώρου υπήρξε υποτίμηση του φασιστικού κινδύνου ενώ αναπαράγονταν διάφορες επικίνδυνες θεωρίες ότι όσοι/ες/α εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση διαφημίζουν τους φασίστες που είτε, υποτίθεται, ήταν απλά εξαρτήματα του αστικού πολιτικού κόσμου και συστήματος είτε θεωρούνταν νόμιμο κόμμα βγάζοντας το συμπέρασμα ότι κακώς ασχολούμαστε ενώ στο τέλος, αποδείχθηκε ότι η Χρυσή Αυγή είχε το δικό της ανεξάρτητο πολιτικό σχέδιο.

Η μαζική κινητοποίηση που συνόδευσε και κυρίως, οδήγησε στη δίκη ξεκίνησε ως άμυνα απέναντι στη βία αλλά εξελίχθηκε σε ενεργητική διεκδίκηση δικαιοσύνης, σε συλλογική πίεση προς τους θεσμούς να πράξουν το αυτονόητο και να αναγνωρίσουν αυτό που η κοινωνία είχε ήδη καταλάβει, ότι δηλαδή ο φασισμός δεν είναι μια ακόμα άποψη αλλά οργανωμένη εγκληματική δράση νοσταλγών και οπαδών του Χίτλερ. Πράγματι, η τελεσίδικη καταδίκη αποτελεί δικαίωση για τα θύματα και τις οικογένειές τους και ταυτόχρονα μια μεγάλη ιστορική νίκη του αντιφασιστικού κινήματος, όμως δεν αναιρεί τις πολιτικές ευθύνες εκείνων (κυρίως των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ) που επέτρεψαν στον φασισμό να σηκώσει κεφάλι μέσα από τη φτώχεια, την απαξίωση της πολιτικής και την καλλιέργεια του φόβου.

Κλείνοντας, εάν θέλουμε το σύνθημα «Ποτέ ξανά φασισμός» να έχει πραγματικό περιεχόμενο τότε οφείλουμε να δούμε κατάματα όχι μόνο τους καταδικασμένους νεοναζί αλλά και τις δομές που τους ανέχθηκαν και τους ενίσχυσαν με κάθε τρόπο, και να εργαστούμε μαζί με εκείνες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που απέδειξαν στην πράξη ότι μπορούν να σταθούν απέναντι στο σκοτάδι. Είναι κοινή παραδοχή, ότι η ιστορική αυτή απόφαση κλείνει ένα κύκλο του αγώνα αλλά τον μεταφέρει σε ένα νέο επίπεδο, εκεί όπου η υπεράσπιση της δημοκρατίας συνδέεται άρρηκτα με το αίτημα να μην ξανασηκώσουν κεφάλι τα ορφανά του Χίτλερ,  με την αναγκαιότητα για την ανατροπή της κυβέρνησης των ιδιωτικοποιήσεων, του πολέμου, της φτώχειας, του ρατσισμού, του σεξισμού, της ομο/τρανσφοβίας και της κλιματικής αλλαγής. Κι έτσι μόνο θα μπουν οι βάσεις για μια κοινωνία όπου θα καταργηθεί η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο κι ενός συστήματος, του καπιταλισμού, που μας θέλει κρέας για τα κανόνια του.


Ειρηναίος Μαράκης

4/3/2026

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις