Η στρεψοδικία στην πολιτική και η Μαρία Καρυστιανού



Η στρεψοδικία στην πολιτική και η Μαρία Καρυστιανού 

Η στρεψοδικία δεν είναι απλώς ένα ρητορικό τέχνασμα. Δεν είναι μια αθώα υπεκφυγή της γλώσσας, ούτε ένα παιχνίδι εννοιών για φιλολόγους και ποιητές. Είναι πολιτική πράξη αλλά και μέθοδος χειραγώγησης και εξουσίας. Και όταν γίνεται η κυρίαρχη πρακτική στον δημόσιο λόγο, ακόμα και από όσους/ες έθεσαν τον εαυτό τους ως αντίπαλο των κυρίαρχων αστικών πολιτικών αντιλήψεων και δράσεων, τότε η πολιτική παύει να αποτελεί ένα πεδίο υπεράσπισης της αλήθειας και μετατρέπεται σε εργαστήριο διαστρέβλωσης της πραγματικότητας. Από αυτή την άποψη, η στρεψοδικία λειτουργεί όπως ο καπνός: δεν αρνείται τη φωτιά, απλώς φροντίζει να μη φαίνεται όσο σιγοκαίει μέσα σε ιδέες και κοινωνικά εγχειρήματα με μαζική αποδοχή όπως ο Σύλλογος των Τεμπών. Με λίγα λόγια, η πολιτική της στρεψοδικίας μετατοπίζει το ερώτημα, αλλοιώνει το προϋπάρχον πλαίσιο και αντικαθιστά το ουσιώδες με το δευτερεύον: στην περίπτωση που μας απασχολεί, τον αγώνα για δικαιοσύνη σχετικά με το κρατικό έγκλημα των Τεμπών στο κομματικό κάλεσμα της Καρυστιανού για «κάθαρση» και στο όνομα του αντίστοιχου κινήματος. 

Αλλά αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα που, πολύ συνειδητά, αναπαράγει μια αντίληψη που υποτίθεται διεκδικεί να καταργήσει. Σε αυτό το τοπίο, η πολιτική στρεψοδικία δεν είναι εξαίρεση, είναι ο κανόνας. Από τα κυβερνητικά ανακοινωθέντα μέχρι τα τηλεοπτικά πάνελ, από τις κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις μέχρι τις αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, η γλώσσα έχει χάσει τη σχέση της με την αλήθεια και έχει αποκτήσει αποκλειστική σχέση με την (πρόσκαιρη, στη καλύτερη περίπτωση) εντύπωση. Το ζητούμενο δεν είναι τι συμβαίνει, αλλά πώς παρουσιάζεται. Όχι ποιος ευθύνεται, αλλά ποιος μιλά πιο πειστικά ή πιο παραπλανητικά. Από την πλευρά της, η Μαρία Καρυστιανού εμφανίζεται σε αυτό το πεδίο ως, αν και καινούργια στην πολιτική, μια χαρακτηριστική περίπτωση, ιδιαίτερα μετά την πρόσφατη παραίτησή της από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών, η οποία αναδείχθηκε εν μέσω εντάσεων και κατηγοριών για χρήση του συλλόγου ως οχήματος προσωπικών πολιτικών φιλοδοξιών. Όχι γιατί εφηύρε τη στρεψοδικία, αλλά γιατί τη χρησιμοποιεί με την άνεση ανθρώπου που γνωρίζει καλά ότι το ακροατήριο έχει κουραστεί να ακούει και είναι έτοιμο να πιστέψει ό,τι ακούγεται «λογικό». Ο λόγος της δεν συγκρούεται μετωπικά με την πραγματικότητα, την αλλοιώνει και παρακάμπτει. Έτσι καταλήγει να μην αναλαμβάνει τις ευθύνες της αλλά να τις διαχέει σε αόριστες συλλογικότητες, σε απρόσωπα σχήματα, σε «όλους μας». Η πρόσφατη υπόθεση της παραίτησής της, όπου το ΔΣ του συλλόγου ζήτησε επίσημα την αποχώρησή της δηλώνοντας ότι «δεν θα επιτρέψουμε ο Σύλλογος να αποτελέσει όχημα για προσωπικές φιλοδοξίες», φωτίζει ακριβώς αυτή τη δυναμική: η Καρυστιανού ενώ δηλώνει ότι θα συμμετάσχει στις επόμενες εκλογές με νέο πολιτικό σχήμα, αποφεύγει να αντιμετωπίσει άμεσα τις κατηγορίες για απόπειρα κομματικής εκμετάλλευσης του Συλλόγου και της δράσης του, μετατρέποντας την κριτική από την πλειοψηφία των συγγενών και το αίτημα για παραίτηση της από τη θέση της προέδρου, σε «παρεξήγηση», σε «εσωτερική διαφωνία» ή, ακόμα χειρότερα, σε υπονόμευση του αγώνα για δικαιοσύνη με... «κομματικά κριτήρια»!

Η στρεψοδικία της δεν είναι χονδροειδής. Δεν κραυγάζει και δεν προκαλεί. Είναι ήπια, τεχνοκρατική, «νηφάλια». Κι ακριβώς γι’ αυτό επικίνδυνη. Γιατί εμφανίζεται ως μια συνεπής κίνηση και, κυρίως, ως υπέρβαση των «παλιών διχασμών». Όμως πίσω από αυτή τη γλωσσική μετριοπάθεια κρύβεται η παλιά, δοκιμασμένη πολιτική απάτη: να μιλάς χωρίς να λες, να υπόσχεσαι χωρίς να δεσμεύεσαι, να τοποθετείσαι χωρίς να παίρνεις θέση. Στην περίπτωση της Καρυστιανού, αυτή η τακτική φάνηκε καθαρά όταν, απαντώντας στις απαιτήσεις για παραίτηση, δήλωσε ότι «περιμένει επίσημο αίτημα», ενώ ταυτόχρονα μιλούσε για πολιτική εμπλοκή, αποφεύγοντας να ξεκαθαρίσει αν ο Σύλλογος χρησιμοποιήθηκε ως εφαλτήριο για την οργάνωση του κόμματος της. Και είναι κρίμα που η Καρυστιανού επιτίθεται στους άλλους συγγενείς του Συλλόγου καλλιεργώντας παράλληλα ένα κλίμα απαξίωσης της δράσης του αλλά και την ανάπτυξη ενός διαδικτυακού κύματος ακροδεξιάς οχλοκρατίας που δεν έχει καμία σχέση ούτε με τον αγώνα για την δικαιοσύνη, ούτε καν με τα ήθη της αστικής δημοκρατίας. Δυστυχώς, μικρό μέρος των προοδευτικών πολιτών το ακολουθεί τυφλά και αυτό είναι πρόβλημα.

Το τελευταίο καταφύγιο μιας πολιτικής που δεν μπορεί να πει την αλήθεια 

Η στρεψοδικία στην πολιτική δεν είναι απλώς ψέμα. Είναι κάτι χειρότερο: είναι η ακύρωση της δυνατότητας να εντοπίσεις το ψέμα. Είναι η δημιουργία ενός θολού πεδίου όπου όλα μοιάζουν σχετικά, όπου κάθε κριτική βαφτίζεται «ακραία», κάθε απαίτηση για σαφήνεια θεωρείται «λαϊκισμός», κάθε πολιτική σύγκρουση μετατρέπεται σε πρόβλημα επικοινωνίας. Σε αυτό το πεδίο, η Καρυστιανού δεν αποτελεί μια μεμονωμένη φιγούρα αλλά το σύμπτωμα μιας πολιτικής κουλτούρας που φοβάται την καθαρότητα του λόγου, γιατί η καθαρότητα αποκαλύπτει ευθύνες. Που φοβάται τις λέξεις, γιατί οι λέξεις, όταν ειπωθούν καθαρά, απαιτούν συγκεκριμένες δεσμεύσεις και πράξεις. Η πρόσφατη κρίση με την παραίτησή της, που προκλήθηκε από τις δηλώσεις της για συμμετοχή στις εκλογές και τις αντιδράσεις των μελών του συλλόγου, υπογραμμίζει ακριβώς αυτό: η μετάβαση από μια ακτιβίστρια για δικαιοσύνη στο έγκλημα των Τεμπών σε μια πολιτική φιγούρα που αναπαράγει τις παλιές πολιτικές πληγές του αστικού συστήματος, την εξαπάτηση κάθε κοινωνικής προσδοκίας για αλλαγή στο ένα ή το άλλο επίπεδο και οι οποίες θολώνουν τα όρια μεταξύ προσωπικού αγώνα και πολιτικής φιλοδοξίας. Αυτός ακριβώς είναι ο τρόπος λειτουργίας του πολιτικού συστήματος σήμερα, με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να δίνει τις σχετικές κατευθύνσεις. Σε αυτό το σημείο, η στρεψοδικία αποδεικνύεται ως το τελευταίο καταφύγιο μιας πολιτικής που δεν θέλει –ή δεν μπορεί– να πει την αλήθεια. Και όσο αυτή η πρακτική γίνεται ανεκτή, τόσο η δημοκρατία αδειάζει από περιεχόμενο. Γιατί χωρίς αλήθεια, η πολιτική δεν είναι διάλογος. Είναι απλώς ένας καλοστημένος μονόλογος εξουσίας που δεν θα φέρει ούτε την κάθαρση, ούτε την δικαιοσύνη.

Οφείλω να αναγνωρίσω, ότι έχει μάθει καλά το παιχνίδι η Καρυστιανού. Όχι απαραίτητα με την έννοια της πονηριάς ή της προσωπικής εξαπάτησης, αλλά με την έννοια της προσαρμογής σε έναν πολιτικό λόγο που ανταμείβει τη θολούρα, τη μετατόπιση ευθυνών και την αποφυγή σαφών δεσμεύσεων. Δυστυχώς, στην υπόθεση των Τεμπών δεν περιορίστηκε στο να συγκρουστεί με αυτό το παιχνίδι· έμαθε τους κανόνες του και άρχισε να τους αναπαράγει. Κι έτσι, αντί να ενισχύει τον αγώνα των συγγενών για δικαιοσύνη, εισάγει σε αυτόν τα πιο προβληματικά στοιχεία του κυρίαρχου πολιτικού λόγου, προσφέροντας –έστω και άθελά της– κακές υπηρεσίες στην κοινή μας υπόθεση.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Μαρία Καρυστιανού στρεψοδικεί. Το ερώτημα είναι γιατί συνεχίζουμε να ανεχόμαστε τη στρεψοδικία ως ένα «φυσιολογικό» πολιτικό λόγο. Και η απάντηση δεν βρίσκεται στις λέξεις τους, αλλά στη δική μας σιωπή.

Ειρηναίος Μαράκης 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις