Η πολιτική δεν χτίζεται πάνω σε ψέματα
Η πολιτική δεν χτίζεται πάνω σε ψέματα
Η Μαρία Καρυστιανού ξεκινά την πολιτική της διαδρομή με μια σειρά αντιφάσεων που δύσκολα μπορεί να παραβλέψει όποιος παρακολουθεί στοιχειωδώς τον δημόσιο λόγο. Εκεί που με κάθε τρόπο διαβεβαίωνε ότι δεν πρόκειται να ιδρύσει κόμμα, τώρα ανακοινώνει ακριβώς το αντίθετο. Αυτή η στροφή δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου είδους πολιτικής ωρίμανσης αλλά μια ηχηρή δημόσια διάψευση του ίδιου της του λόγου, σε μια περίοδο που ο λόγος στην πολιτική δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο αλλά το μοναδικό συμβόλαιο εμπιστοσύνης με τους πολίτες που ζητά να εκπροσωπήσει.
Αλλά το ζήτημα είναι ακόμα πιο βαθύ. Συγκεκριμένα, η αντίφαση δεν αφορά μόνο μια προσωπική επιλογή αλλά μια προσπάθεια να συμπαρασύρει και τον Σύλλογο των Τεμπών σε μια κομματική τροχιά, τη στιγμή που μέλη και συγγενείς έχουν ήδη εκφράσει τη ρητή διαφωνία τους. Με λίγα λόγια, αντί για ένα καθαρό διαχωρισμό ανάμεσα στο συλλογικό πένθος και τον αγώνα για δικαιοσύνη από τη μία και στην προσωπική πολιτική φιλοδοξία από την άλλη, επιλέγεται η σύγχυση. Και όταν η σύγχυση δεν είναι αποτέλεσμα αδυναμίας αλλά συνειδητή επιλογή, παύει να είναι αθώα και μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης και ελέγχου της κοινής γνώμης. Σε αυτό εδώ το σημείο, ανακύπτει το ζήτημα της στοιχειώδους ηθικής και πολιτικής αντίληψης και ευθύνης: ο Σύλλογος των Τεμπών δεν δημιουργήθηκε ως ένα πολιτικό υποκείμενο, ούτε ως προθάλαμος κομματικών σχεδίων. Στην πραγματικότητα, συγκροτήθηκε ως ένας χώρος συνάντησης ανθρώπων με διαφορετικές ιδεολογίες και ταυτότητες, που ενώθηκαν γύρω από ένα αδιαπραγμάτευτο κοινό αίτημα: την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και τη λογοδοσία για το κρατικό έγκλημα των Τεμπών. Όμως, από τη στιγμή που η δημόσια παρουσία της Καρυστιανού παύει να είναι ενωτική και αρχίζει να παράγει συγκεκριμένους πολιτικούς ρόλους και προσδοκίες πέρα από τον σκοπό του Συλλόγου, αυτή η συμφωνία παραβιάζεται. Όταν κάποιος μιλά εξ ονόματος όλων, οφείλει είτε να παραμένει αυστηρά εντός του κοινού πλαισίου, είτε να αποχωρεί. Διαφορετικά, μετατρέπει τον συλλογικό αγώνα σε προσωπικό κεφάλαιο και τον κοινό πόνο σε πολιτικό εργαλείο.
Το έγκλημα των Τεμπών είναι ένα κυβερνητικό έγκλημα και δεν χωρά συμψηφισμούς, ούτε σχετικοποιήσεις. Όσοι έχασαν ανθρώπους έχουν κάθε δικαίωμα να διεκδικούν δικαιοσύνη. Όμως ο πόνος, όσο βαρύς και αν είναι, δεν λειτουργεί ως συγχωροχάρτι. Δεν νομιμοποιεί αντιφάσεις, στρατηγικές σιωπής ή ψέματα. Προσωπικά δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν που ξεκινά την πολιτική του πορεία πατώντας πάνω σε ψέματα, ακόμα κι αν είναι θύμα ενός κρατικού εγκλήματος. Είναι κάτι που μάθαμε πια καλά, στις δημόσιες υποθέσεις δεν υπάρχουν καλά και κακά ψέματα. Υπάρχουν μόνο ψέματα. Και κάθε ψέμα υπονομεύει τη συλλογική νοημοσύνη, ακυρώνει την πολιτική ως πεδίο ευθύνης και τη μετατρέπει σε σκηνικό συναισθηματικού εκβιασμού. Όταν λες «δεν θα κάνω κόμμα» και λίγο αργότερα λες «κάνω κόμμα», δεν ζητάς την κατανόηση των πολιτών αλλά απαιτείς συμμετοχή σε μια πολύ προβληματική διαδικασία. Και αυτή η απαίτηση είναι βαθιά αντιδημοκρατική, όσο ευγενές κι αν φαίνεται το περιτύλιγμά της.
Από αυτή την άποψη, η παραίτηση της Καρυστιανού από τη θέση του προέδρου του Συλλόγου δεν θα ήταν ήττα ούτε προσβολή της μνήμης των νεκρών αλλά μια γενναία πράξη ευθύνης που θα αναγνώριζε ότι ο συλλογικός πόνος δεν μπορεί να εργαλειοποιείται ούτε να συγχέεται με προσωπικές πολιτικές στρατηγικές. Άλλωστε όταν ο ρόλος αλλάζει τα χαρακτηριστικά και τον σκοπό του, η στοιχειώδης ηθική επιβάλλει να παραδίδεται και όχι να κρατιέται με κάθε κόστος στο όνομα μιας επίκλησης στο συναίσθημα που δεν πείθει πια παρά ελάχιστους. Και τολμώ να πω, ότι όσοι αποδέχονται αυτή την κατάσταση, όσοι σιωπούν ή χειροκροτούν στο όνομα των καλών προθέσεων, εθελοτυφλούν. Και αυτό είναι πολιτική επιλογή. Σημαίνει ότι αποδέχεσαι το ψέμα, αρκεί να σου είναι συμπαθής εκείνος που το εκφέρει.
Δεν πρέπει να υπάρξει καμία παρεξήγηση: η πολιτική κριτική δεν αποτελεί ύβρις, ούτε προσβολή της μνήμης των νεκρών αλλά στοιχειώδης δημοκρατική υποχρέωση. Και αν κάποιοι θεωρούν ότι μπορούν να φιμώσουν την κριτική ή να υποδείξουν πότε και πώς επιτρέπεται να μιλάμε για την πολιτικό Καρυστιανού, είναι βαθιά γελασμένοι. Δεν σιωπήσαμε απέναντι στις κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν σιωπήσαμε απέναντι στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Δεν σιωπήσαμε απέναντι στη φασιστική απειλή της Χρυσής Αυγής. Δεν θα σιωπήσουμε ούτε τώρα απέναντι σε όποιον νομίζει ότι η ηθική υπεροχή κληρονομείται και δεν κρίνεται. Η πολιτική δεν είναι καταφύγιο συναισθηματικής ασυλίας. Είναι πεδίο σύγκρουσης, λογοδοσίας και αλήθειας. Όποιος εισέρχεται σε αυτήν οφείλει πρώτα απ’ όλα να μιλά καθαρά. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς θόρυβος που εξυπηρετεί την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
Η απάντηση σε όλα αυτά δεν μπορεί να είναι ούτε η σιωπή ούτε η αναμονή σωτήρων ούτε η μετατόπιση της οργής σε προσωποκεντρικά σχήματα που αναπαράγουν την ίδια λογική εξουσίας με διαφορετικό πρόσωπο γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς ποιος μιλά αλλά ποιο σύστημα τον δημιουργεί και τον στηρίζει και όσο η πολιτική παραμένει εγκλωβισμένη στη διαχείριση του ίδιου καπιταλιστικού πλαισίου που γεννά εγκλήματα, φτώχεια, εξαθλίωση και θανάτους μέσω των ιδιωτικοποιήσεων και των πολέμων, τόσο τα Τέμπη όσο και η Πύλος θα επανέρχονται με άλλα ονόματα και άλλους αριθμούς νεκρών Απέναντι σε αυτό χρειάζεται συνολική πολιτική ρήξη όχι μια νέα συναίνεση. Η αναπαραγωγή, με ωραία και γενικόλογη φρασεολογία, των παλιών μεθόδων, του ψέματος, της ανάθεσης και της εξαπάτησης δεν έφερε ποτέ είτε την αλλαγή, είτε την κάθαρση αλλά αντίθετα, άφησε στο απυρόβλητο τις αιτίες της κρίσης και των καπιταλιστικών εγκλημάτων. Χρειάζεται συλλογική οργάνωση από τα κάτω, στις γραμμές της εργατικής τάξης, στα συνδικάτα και τα σωματεία, με σκοπό την οργάνωση και το ρίζωμα των απεργιακών αγώνων κόντρα στις λογικές της ανάθεσης, είτε προέρχονται από αριστερά είτε από δεξιά. Σε αυτή την περίπτωση, χρειάζεται ένα μαχητικό αντικαπιταλιστικό κίνημα που δεν θα ζητά απλώς δικαιοσύνη εκ των υστέρων αλλά θα αμφισβητεί στην πράξη το σύστημα που μετατρέπει την ανθρώπινη ζωή σε εμπόρευμα και τα δημόσια αγαθά σε πεδία κερδοφορίας γιατί μόνο ένας τέτοιος δρόμος μπορεί να εγγυηθεί ότι η μνήμη των νεκρών δεν θα γίνει εργαλείο πολιτικής καριέρας αλλά δύναμη ανατροπής.
Για αυτό οφείλουμε να δυναμώσουμε την αντικαπιταλιστική και επαναστατική αριστερά, εκείνη την αριστερά που δεν σιωπά στο όνομα της συγκίνησης και δεν χαρίζεται στους νέους υποψήφιους διαχειριστές της ίδιας τάξης πραγμάτων αλλά που συγκρούεται, οργανώνει και στέκεται δίπλα στους εργαζόμενους, τη νεολαία, τους συγγενείς των θυμάτων και κάθε καταπιεσμένο όχι για να τους εκπροσωπήσει από τα πάνω αλλά για να παλέψει μαζί τους για την ανατροπή των πολιτικών που γεννούν φτώχεια, ρατσισμό και πόλεμο. Στο τέλος, αν κάτι τιμά πραγματικά τους νεκρούς των Τεμπών δεν είναι ούτε τα κόμματα μιας χρήσης, ούτε κάποιο είδος ηθικής ασυλίας αλλά η συλλογική πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της για να πέσει το καθεστώς της ιδιωτικοποίησης της συγκάλυψης και της κερδοφορίας πάνω στη ζωή, για να ανατραπεί η κυβέρνηση των δολοφόνων της Νέας Δημοκρατίας, γιατί μόνο μέσα από έναν τέτοιο αγώνα μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη όχι ως σύνθημα αλλά ως πράξη και μόνο έτσι η πολιτική μπορεί να ξαναγίνει υπόθεση των πολλών και όχι επάγγελμα για λίγους και εκλεκτούς.
Ειρηναίος Μαράκης
10/1/2026
Διαβάστε ακόμα:





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου