Η ταχύτητα της λογοτεχνικής αναγνώρισης
Η ταχύτητα της λογοτεχνικής αναγνώρισης
Δεν είναι η πρώτη φορά, ούτε βέβαια θα είναι η τελευταία. Ίσως να το έχετε παρατηρήσει κι εσείς. Με λίγα λόγια, μόλις κυκλοφορήσει η τάδε ποιητική συλλογή, οι στίχοι της γίνονται viral και δίνουν αφορμή να αναρτηθούν παντού: από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μέχρι να τυπωθούν ακόμη και σε πανό πολιτικών φορέων ή συλλογικοτήτων. Αυτό θα ήταν ένα θετικό βήμα εάν συμπεριλάμβανε πολλούς ποιητές και ποιήτριες αντί συγκεκριμένα άτομα ή ακόμα και εκδοτικούς οίκους. Με το που εκδίδεται το δείνα μυθιστόρημα, αναγνωρίζεται σχεδόν αμέσως ως βιβλίο που «πρέπει να διαβάσεις», που κατά κύριο λόγο κυκλοφόρησε από συγκεκριμένο εκδοτικό, με επιφάνεια και μεγάλη δικτύωση. Πρόκειται για ένα φαινόμενο άξιο διερεύνησης, όχι επειδή τα βιβλία αυτά στερούνται αξίας, οφείλουμε να κάνουμε αυτή τη διάκριση, αλλά επειδή η ταχύτητα με την οποία αποκτούν κύρος και δημόσια αναγνώριση γεννά εύλογα ερωτήματα. Πώς διαμορφώνεται τόσο γρήγορα μια σχεδόν καθολική αποδοχή; Ποιοι μηχανισμοί την παράγουν και, κυρίως, πόσο έχει προλάβει το ίδιο το έργο να διαβαστεί πριν αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως σημείο αναφοράς;
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι τόσο τα παραδοσιακά δίκτυα προώθησης όσο και τα λεγόμενα εναλλακτικά, αριστερά ή αυτόνομα –εντός ή εκτός εισαγωγικών– λειτουργούν συχνά με παρόμοιο τρόπο, αναδεικνύοντας συγκεκριμένα βιβλία, πρόσωπα και ιδέες, το καθένα με τη δική του στόχευση και κοινό. Στους παραδοσιακούς –θεσμικούς και μη– μηχανισμούς, που βρίσκονται σε άμεση επαφή και επικοινωνία μεταξύ τους, εντάσσονται οι εκδοτικοί οίκοι και τα τμήματα επικοινωνίας τους, τα λογοτεχνικά φεστιβάλ, οι παρουσιάσεις βιβλίων, τα βραβεία, καθώς και τα πολιτιστικά ένθετα και οι βιβλιοκριτικές σε εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας όπως η «Καθημερινή», τα «Νέα», η «Εφημερίδα των Συντακτών», η «Αυγή», η «Εποχή» και άλλα έντυπα που λειτουργούν ως κόμβοι διαμόρφωσης γούστου. Σε αυτούς προστίθενται πλέον τα ψηφιακά δίκτυα προβολής, οι book influencers, οι λογοτεχνικές λίστες και οι αλγοριθμικές πλατφόρμες που ρυθμίζουν την ορατότητα των βιβλίων. Το αποτέλεσμα δεν είναι ένα ενιαίο κέντρο επιβολής, αλλά ένα πολυεπίπεδο και ιεραρχημένο πλέγμα παραγωγής προσοχής, γι’ αυτό ακριβώς είναι πολλαπλά επικίνδυνο και προβληματικό. Στην κορυφή βρίσκονται οι θεσμοί υψηλής νομιμοποίησης (βραβεία, μεγάλοι εκδοτικοί, κυρίαρχος τύπος, λογοτεχνικά περιοδικά), στη μεσαία ζώνη τα πολιτιστικά ένθετα και οι λογοτεχνικές εκδηλώσεις, και στη βάση –για την ώρα καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται ραγδαία– οι ψηφιακοί διαμεσολαβητές και οι αλγοριθμικές ροές. Η αναγνώριση ενός έργου συχνά εκκινεί από τα ανώτερα επίπεδα αυτής της ιεραρχίας και διαχέεται προς τα κάτω, χωρίς όμως να ακολουθεί πάντοτε τη σειρά της πραγματικής αναγνωστικής πρόσληψης.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα βιβλία αυτά στερούνται λογοτεχνικής αξίας. Αντιθέτως, ανάμεσά τους υπάρχουν σημαντικά έργα, ακόμη και αριστουργήματα. Ούτε σημαίνει ότι οι δημιουργοί τους δεν διαθέτουν ταλέντο, προσωπικότητα ή ουσιαστικό λόγο. Φυσικά, το παραπάνω δεν πρόκειται για καινούργιο φαινόμενο ή για αποκλειστικό γνώρισμα της εποχής των κοινωνικών δικτύων. Κάθε εποχή διέθετε τους δικούς της μηχανισμούς προβολής, διαμόρφωσης γούστου και συγκρότησης λογοτεχνικού κύρους. Εκείνο που φαίνεται να έχει αλλάξει είναι η ταχύτητα και η ένταση με τις οποίες αυτοί λειτουργούν σήμερα. Η επιτάχυνση, μάλιστα, δεν αφορά μόνο τους μηχανισμούς προώθησης αλλά, σε έναν βαθμό, και τις ίδιες τις αναγνωστικές πρακτικές. Όλο και περισσότεροι αναγνώστες έρχονται πρώτα σε επαφή με ένα βιβλίο μέσα από αποσπάσματα, σύντομα βίντεο, λίστες προτάσεων ή διαδικτυακές αναρτήσεις και μόνο αργότερα, ενδεχομένως, με το ίδιο το έργο. Η ανάγνωση δεν αντικαθίσταται, αλλά πλαισιώνεται από δευτερογενείς μορφές πρόσληψης που επηρεάζουν αναπόφευκτα την πρώτη εντύπωση με αποτέλεσμα, η δημόσια αναγνώριση συχνά ναεπροηγείται της ανάγνωσης, ενώ η συζήτηση για ένα βιβλίο κορυφώνεται πριν ακόμη προλάβει να διαμορφωθεί μια ουσιαστική κριτική πρόσληψή του.
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην ταχύτητα με την οποία κατασκευάζεται η δημόσια αποδοχή. Πώς είναι δυνατόν ένα βιβλίο να αναγνωρίζεται ως σπουδαίο όταν δεν έχει καν προλάβει να φτάσει στα μισά βιβλιοπωλεία της χώρας; Δεν πρόκειται μόνο για ένα επικοινωνιακό φαινόμενο. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που διαμορφώνει εκ των προτέρων την αναγνωστική εμπειρία. Το βιβλίο φτάνει στον αναγνώστη ήδη φορτωμένο με χαρακτηρισμούς όπως «σπουδαίο», «ανατρεπτικό», «βιβλίο της χρονιάς», «φωνή της γενιάς του». Έτσι, η ανάγνωση συχνά ξεκινά από το συμπέρασμα αντί να καταλήγει σε αυτό. Η στιγμιαία αυτή αναγνώριση, όμως, δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκην με το λογοτεχνικό κύρος. Είναι αλήθεια, η φήμη μπορεί να κατασκευαστεί γρήγορα μέσα από την επικοινωνία και τη διαρκή αναπαραγωγή της, ενώ το κύρος ενός έργου συγκροτείται ιστορικά: μέσα από επανειλημμένες αναγνώσεις, κριτικές αντιπαραθέσεις, διαφορετικές ερμηνείες και, τελικά, μέσα από την ίδια την αντοχή του στον χρόνο. Από μια ευρύτερη σκοπιά, δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς ότι η λογοτεχνία και η τέχνη δεν μένουν έξω από τις σχέσεις παραγωγής της εποχής τους. Ακόμη και το πιο απαιτητικό ή το πιο ριζοσπαστικό έργο εντάσσεται σε ένα πεδίο πολιτιστικής παραγωγής που διαμορφώνεται από την αγορά, την οικονομία της προσοχής και μια κλιμακωτή δομή συμβολικής ισχύος. Στην κορυφή αυτής της δομής βρίσκονται οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, οι θεσμοί βράβευσης και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης που αποδίδουν υψηλό βαθμό νομιμοποίησης. Σε ενδιάμεσο επίπεδο κινούνται τα πολιτιστικά ένθετα, οι κριτικές στήλες και τα λογοτεχνικά φεστιβάλ, τα οποία λειτουργούν ως μηχανισμοί ευρύτερης διάχυσης και κανονικοποίησης. Στη βάση του συστήματος βρίσκονται –επαναλαμβάνω με ανοδική τάση– οι ψηφιακές πλατφόρμες, οι book influencers και οι αλγοριθμικές ροές, που παράγουν μαζική ορατότητα χωρίς απαραίτητα υψηλό βαθμό θεσμικής επιβεβαίωσης. Με λίγα λόγια, η συνολική δυναμική δεν είναι ομοιογενής αλλά ιεραρχικά δομημένη, με ροές νομιμοποίησης που κινούνται τόσο καθοδικά όσο και ανατροφοδοτικά. Ακόμη και οι πιο «αντιεμπορευματικές» λογοτεχνικές κυκλοφορίες δεν διαφεύγουν αυτού του πλαισίου: χρειάζονται κι αυτές δίκτυα διάχυσης, αναγνώρισης και συμβολικής ενίσχυσης για να υπάρξουν δημόσια, γεγονός που σημαίνει ότι ενσωματώνουν, έστω και αντιφατικά, τη λογική της αγοράς που συχνά επιχειρούν να κριτικάρουν ή/και να ανατρέψουν.
Ίσως τελικά το ζήτημα να μην είναι ποια βιβλία προωθούνται –κάθε εποχή είχε τα δικά της κέντρα προβολής– αλλά το ότι ο χρόνος της κριτικής έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Η υποδοχή προηγείται της ανάγνωσης, οι κρίσεις διαμορφώνονται πριν αποκρυσταλλωθούν οι εντυπώσεις και η δημόσια συζήτηση εξαντλείται προτού καν ξεκινήσει. Δεν πρόκειται πιθανότατα μόνο για συνέπεια της λογικής των κοινωνικών δικτύων αλλά σχετίζεται και με τη σταδιακή υποχώρηση της συστηματικής λογοτεχνικής κριτικής, τη συρρίκνωση των χώρων όπου μπορεί να αναπτυχθεί ουσιαστικός διάλογος γύρω από ένα έργο καθώς και την ολοένα συχνότερη αντικατάσταση της αναλυτικής βιβλιοκριτικής από την άμεση προωθητική παρουσίαση, συχνά προσανατολισμένη σε όρους προβολής και όχι ερμηνείας. Αναρωτιέμαι αν σήμερα διαβάζουμε τα βιβλία ή αν, τελικά, διαβάζουμε κυρίως τη φήμη τους και τέλος, εάν η συζήτηση αφορά το ίδιο το έργο ή την εικόνα που έχει ήδη κατασκευαστεί γύρω από αυτό.
Όμως, η λογοτεχνία δεν είναι αγώνας δρόμου. Δεν τελειώνει με το πρώτο χειροκρότημα ούτε με την πρώτη ανάρτηση. Θέλει χρόνο, κι αυτός ο χρόνος συχνά δεν υπάρχει, για να μείνει το βιβλίο στο κομοδίνο, να ξεχαστεί, να μείνει μισοδιαβασμένο ή και ανοιγμένο στις ίδιες σελίδες για μήνες, μέχρι να ξεχάσεις ότι κάποτε το αγόρασες ή το δανείστηκες. Και εκεί, σε αυτή την αδράνεια, θα αρχίσει να φαίνεται τι αντέχει και τι όχι. Ακόμη κι αν δεν έχουμε φτάσει εκεί που θα έπρεπε, τουλάχιστον ας συμφωνήσουμε σε τρία απλά πράγματα: ότι ένα βιβλίο δεν ολοκληρώνει την πορεία του στην πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του, ότι η κρίση του δεν μπορεί να προηγείται της ανάγνωσής του ούτε να εξαρτάται από συγκεκριμένα δίκτυα και τέλος, ότι η φήμη του δεν λέει ποτέ το ίδιο πράγμα με αυτό που ο αναγνώστης και η αναγνώστρια μπορεί να αντιληφθεί, να νιώσει και να κατανοήσει.
Ειρηναίος Μαράκης
***
Μια ηλικιωμένη γυναίκα που διαβάζει, του Ρέμπραντ, 1655
Παράλληλη δημοσίευση με το Λογοτεχνία και Σκέψη





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου