Η Καρυστιανού και ένα μάθημα για την Αριστερά

 

Η Καρυστιανού και ένα μάθημα για την Αριστερά

Το Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας αποφάσισε να μην παραχωρηθεί η αίθουσα εκδηλώσεων στο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, σε μια δια περιφοράς συνεδρίαση με μοναδικό σκοπό –μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας– να καταστείλει τις αντιρρήσεις και αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. Κατά της συγκεκριμένης απόφασης ψήφισαν οι δύο σύμβουλοι του ΚΚΕ και οι τρεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Και κάπου εδώ αρχίζουν τα ωραία.

Αρχικά, πρέπει να έχουμε κσθαρό, ότι το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού θα μπορούσε να αξιοποιήσει πολιτικά και επικοινωνιακά το συγκεκριμένο περιστατικό ώστε να αναδείξει ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και οι σύμμαχοι της εναντιώνονται στην δημόσια παρουσία του από φόβο απέναντι στην δυναμική που –υποτίθεται– εκφράζει το «κίνημα» τους και παράλληλα να αναδείξει ότι αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις, και μάλιστα της Αριστεράς, στήριξαν το αίτημα της να παραχωρηθεί –όπως αρχικά έγινε–η αίθουσα εκδηλώσεων. Μόνο κερδισμένοι θα έβγαιναν από όλο αυτό.

Όμως, το τυφλό ακροδεξιό μίσος και η πεποίθηση ότι η Αριστερά, σε όλες της τις μορφές, είναι ο πραγματικός ταξικός εχθρός και όχι οι κυβερνήσεις της Δεξιάς και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, μια λογική που μας πάει πολύ πίσω στα εμφυλιοπολεμικά χρόνια, οδήγησε στο κόμμα Καρυστιανού να κυκλοφορήσει αφίσα/φωτογραφία που καταγγέλλει την άνιση μεταχείριση, στην οποία παρουσιάζει και εκδήλωση που έκανε στον ίδιο χώρο το ΚΚΕ. Με αυτό τον τρόπο το ΚΚΕ εμφανίζεται σαν οργανικό μέρος του συστήματος και των κυβερνητικών πολιτικών που ακολουθούν αντιδημοκρατικές πρακτικές και λογικές. Αλήθεια, περιμέναμε κάτι περισσότερο;

Αλλά αυτό είναι ένα μάθημα, σκληρό αλλά δίκαιο, που πρέπει να πάρει τώρα η Αριστερά, όλων των εκδοχών, που έσπευσε να στηρίξει το αρχικό αίτημα της «Ελπίδας για την Δημοκρατία» –αναρωτιέμαι, με ποια λογική– ενώ θα όφειλε να τονίσει ότι οι χώροι των σωματείων και μάλιστα, ο χώρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών δεν μπορούν να παραχωρούνται για κανένα λόγο σε εθνικιστικές, ρατσιστικές και σεξιστικές φωνές και φορείς όπως το κόμμα Καρυστιανού. Θα στήριζαν παραχώρηση της αίθουσας ακόμα και στο κόμμα του Βελόπουλου; Προφανώς, είναι ένα ρητορικό ερώτημα.

Εδώ υπάρχει ένα ακόμα κρίσιμο σημείο που οφείλει να διευκρινιστεί: Ως πότε το κόμμα Καρυστιανού θα παίρνει υπεραξία και νομιμοποίηση ως δημοκρατική φωνή μέσα από το κυβερνητικό έγκλημα των Τεμπών; Και για να είμαστε ξηγημένοι, αυτό δε σημαίνει ότι η απόφαση άρσης της παραχώρησης έγινε κάτω από το σωστό πλαίσιο ή ότι δικαιολογείται η στάση της κυβερνητικής παράταξης και των συμμάχων της. Σε καμία περίπτωση, άλλωστε τέτοιες αποφάσεις –χωρίς το κατάλληλο πλαίσιο– φέρνουν τα αντίθετα αποτελέσματα.

Πάντως, ύστερα και από την επίσημη άρνηση του όρου «γυναικοκτονία» ως κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας από τις κυρίες Καρυστιανού και Γρατσία, με το επιχείρημα ότι «τονίζει τη διάκριση μεταξύ γυναικών και ανδρών και τοποθετεί τη γυναίκα στις ευάλωτες ομάδες», γίνεται ακόμη πιο σαφές το πολιτικό περιεχόμενο που εκπροσωπεί το συγκεκριμένο εγχείρημα. Γιατί η αναγνώριση της γυναικοκτονίας δεν αποτελεί κάποια αυθαίρετη ιδεολογική επιλογή, αλλά την παραδοχή ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να υφίστανται μια ειδική μορφή έμφυλης βίας, ότι αντιμετωπίζονται ως κατώτερες, ως κτήμα ή ως υποδεέστερα υποκείμενα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δολοφονούνται ακριβώς εξαιτίας του φύλου τους. Την ίδια στιγμή, η αισχρή ψυχολογικοποίηση των αντιδράσεων απέναντι στον σεξισμό και τις γυναικοκτονίες, με αναφορές σε μια υποτιθέμενη ανάγκη «να μεταφερθούμε σε μια κοινωνία ενηλίκων», επιχειρεί να μετατρέψει ένα βαθιά πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα σε πρόβλημα ατομικής ωριμότητας, αθωώνοντας τις σχέσεις εξουσίας και τις διακρίσεις που το γεννούν.

Τέτοιες πολιτικές θέσεις, και όχι απλώς προσωπικές απόψεις, αποδεικνύουν γιατί δεν πρέπει να προσφέρεται δημόσιος χώρος και νομιμοποίηση σε μισαλλόδοξες φωνές που επιχειρούν να αξιοποιήσουν το κυβερνητικό έγκλημα των Τεμπών για μικροπολιτικό όφελος, την ίδια στιγμή που υπονομεύουν τους κοινωνικούς αγώνες για ισότητα, χειραφέτηση και πραγματική δημοκρατία. Άλλωστε, οι έμφυλες διακρίσεις δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Αντίθετα, αποτελούν το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσονται η έμφυλη βία και οι γυναικοκτονίες.

Την ίδια στιγμή, η Καρυστιανού και η ομάδα της έχουν τοποθετηθεί και ενάντια στους πρόσφυγες, επιβεβαιώνοντας ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένες αστοχίες ή λεκτικά ολισθήματα, αλλά για ένα συνεκτικό πολιτικό στίγμα βαθιά συντηρητικό, εθνικιστικό και κοινωνικά αντιδραστικό. Και γι’ αυτό ακριβώς η Αριστερά οφείλει να μην συγχέει ποτέ την αντιπαράθεση με την κυβέρνηση για τα Τέμπη με την πολιτική νομιμοποίηση δυνάμεων που αναπαράγουν τέτοιες αντιλήψεις, όσο κι αν επιχειρούν να εμφανιστούν με τον μανδύα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης. Ακούει η Αριστερά, εντός και εκτός Βουλής; Ή έστω εκείνο το τμήμα της που, με ελαφρά την καρδία και με αξιοσημείωτη απουσία στοιχειώδους πολιτικής κρίσης, έσπευσε να στηρίξει το αρχικό αίτημα γιτην παραχώρηση της αίθουσας;

Στην πραγματικότητα, η αίθουσα δεν έπρεπε εξαρχής να παραχωρηθεί στην Καρυστιανού, αν θέλουμε οι δημοκρατικές παραδόσεις του συλλόγου –και κάθε συλλογικού φορέα– να έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο και να μην μετατρέπονται σε κενό γράμμα. Με την ίδια ακριβώς λογική, δεν θα έπρεπε να παραχωρούνται βήματα και σε εκπροσώπους του θεσμικού ρατσισμού και της ελληνικής ακροδεξιάς, όπως ο Φλωρίδης και, ακόμη περισσότερο, ο Πλεύρης. Προφανώς, η ηγεσία του συλλόγου, πολιτικά προσκείμενη στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, επιθυμεί να ακούγονται πρωτίστως οι φίλιες προς αυτήν φωνές, ανεχόμενη απλώς και μόνο την παρουσία της Αριστεράς στο εσωτερικό του συλλόγου. Όμως πρόκειται για δύο διαφορετικές περιπτώσεις, οι οποίες συγχέονται είτε από πολιτική σκοπιμότητα είτε από πολιτική αμηχανία. Από τη μία βρίσκεται η προσπάθεια της κυβερνητικής παράταξης να ελέγξει τους όρους της δημόσιας συζήτησης και να περιορίσει τις αντίθετες φωνές. Από την άλλη βρίσκεται το ερώτημα αν δημοκρατικοί και συνδικαλιστικοί θεσμοί οφείλουν να παρέχουν πολιτική νομιμοποίηση σε δυνάμεις που αναπαράγουν εθνικιστικές, ρατσιστικές και σεξιστικές αντιλήψεις. Και αν υπάρχει ένα συμπέρασμα από όλη αυτή την υπόθεση, είναι ότι η Αριστερά –αλλά και κάθε προοδευτικός δικηγόρος– οφείλει να το αντιμετωπίσει χωρίς υπεκφυγές. Γιατί το μάθημα που αναδεικνύεται εδώ είναι ίσως πιο αναγκαίο από ποτέ: η αντίθεση στην κυβέρνηση δεν αρκεί από μόνη της για να μετατρέψει οποιαδήποτε πολιτική δύναμη σε σύμμαχο των δημοκρατικών και κοινωνικών αγώνων.

Ειρηναίος Μαράκης

21.6.2026

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις