Το τελευταίο σημείωμα
Το τελευταίο σημείωμα
Η κοινωνική απόγνωση, η ευθύνη της δημοσιογραφίας και τα όρια ανάμεσα στην ενημέρωση και την εκμετάλλευση
Το σημείωμα της αυτοκτονίας των δύο νεαρών κοριτσιών, τουλάχιστον το μέρος που δημοσιεύτηκε - αν υποθέσουμε ότι δεν ήταν αυτό μόνο, δείχνει και αποδεικνύει ότι το σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων, ο ανταγωνισμός για «μια θέση στον ήλιο» στην πιο τρυφερή ηλικία και η κυβερνητική πολιτική οδηγεί μέρος της νέας γενιάς στην απόγνωση, την απογοήτευση και σε κάποιες περιπτώσεις, στην αυτοκτονία. Παράλληλα περιγράφει την σύγχρονη κοινωνία της εργασιακής επισφάλειας και της έλλειψης χειροπιαστού οράματος για τη νέα γενιά. Μιας γενιάς που πνίγεται, κυριολεκτικά και μεταφορικά, γιατί «δεν έχει οξυγόνο». Σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις συνυπάρχει και η κατάθλιψη ως σημαντικός παράγοντας, παράλληλα με τις έντονες εξωτερικές πιέσεις. Επιπλέον, υπάρχει μια βαθιά πολιτιστική πίεση στην κοινωνία μας, όπου η αξία του νέου ανθρώπου συνδέεται συχνά σχεδόν αποκλειστικά με τη σχολική επιτυχία και την επαγγελματική αποκατάσταση.
Το κρίσιμο ζήτημα όμως δεν είναι μόνο αν δημοσιεύεται το σημείωμα, αλλά το πώς δημοσιεύεται και μέσα σε ποιο πλαίσιο εντάσσεται. Από αυτή την άποψη είναι φαρισαϊσμός του ανώτερου επιπέδου η κριτική χωρίς όρια και αρχές σε όσους το αναρτούν. Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου, μια γνώμη που προκύπτει από δεκαετίες αναμέτρησης με τον δημόσιο λόγο αλλά χωρίς επαγγελματική σχέση, είναι πρόβλημα χρήσης και αξιοποίησης του συγκεκριμένου σημειώματος. Προφανώς και αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα η αξιοποίηση του σημειώματος από τον κίτρινο τύπο -έντυπο και ηλεκτρονικό-, από τα τρολ του διαδικτύου και κάθε λογής μεγαλόσχημο για να προωθήσει αντιδραστικές ιδέες που στοχοποιούν την ψυχική νόσο και δεν εστιάζουν στο πραγματικό ζήτημα. Είναι πρόβλημα όταν το σημείωμα χρησιμοποιείται για να αθωωθούν οι πραγματικοί ηθικοί αυτουργοί αυτού και άλλων εγκλημάτων, όταν αναπαράγονται τα χειρότερα αφηγήματα, όταν καλλιεργούνται φαινόμενα κοινωνικού αυτοματισμού και όταν η ανθρώπινη τραγωδία μετατρέπεται σε θέαμα για τη διαφήμιση και το engagement.
Από την άλλη, η παράθεση του σημειώματος ενταγμένη στο κατάλληλο πλαίσιο δεν είναι το ίδιο. Το ιδανικό θα ήταν η παράθεση των σημείων που εξηγούν το κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα, χωρίς τις προσωπικές αναφορές των θυμάτων προς τους οικείους τους. Ναι, εδώ οφείλει να γίνει αυτή η διάκριση, αλλιώς θα αναπαράγουμε κι εμείς με τη σειρά μας τα χειρότερα αφηγήματα. Αυτή η διάκριση είναι μέρος της ευθύνης που έχει αναλάβει τόσο η εκπαιδευτική κοινότητα όσο και η δημοσιογραφία, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι που παρεμβαίνουν δημόσια.
Μόνο μια κοινωνική δημοσιογραφία μπορεί να αξιοποιήσει κατάλληλα τέτοια ζητήματα της επικαιρότητας. Μια δημοσιογραφία δηλαδή που δεν αντιμετωπίζει την είδηση ως προϊόν σοκ και κατανάλωσης, αλλά ως κοινωνικό γεγονός που χρειάζεται ερμηνεία, όρια και ευθύνη. Μια δημοσιογραφία που θα ταξινομεί τα γεγονότα με πολιτικά και ηθικά κριτήρια και δεν θα τα ισοπεδώνει όλα στο όνομα της επισκεψιμότητας και της «ουδετερότητας». Γι’ αυτό, για παράδειγμα, δεν θα δημοσίευε τη φωτογραφία του νεκρού Παύλου Φύσσα από το χέρι των νεοναζί, θυμηθείτε το περιστατικό με την εφημερίδα «Το Πρώτο Θέμα», όχι για να προκαλέσει αλλά για να διδάξει ότι δεν είναι όλα τα γεγονότα ίδια. Κι αυτό απαιτεί μαζικούς και σε βάθος κοινωνικούς αγώνες που θα ξεκινούν από τον τρόπο που παρουσιάζουμε μια είδηση μέχρι τον τρόπο που θα πολεμήσουμε το μονοπώλιο της φρίκης και της αδιαφορίας, με αίτημα για την καλή κυκλοφορία της είδησης μέσα από εκείνους που την καταγράφουν και όχι από τα απρόσιτα γραφεία των αρχισυντακτών και της διοίκησης.
Αυτό δεν θα γίνει μέσα από μαζικές, επί δικαίων και αδίκων, καταγγελίες αλλά με ορθή αντιμετώπιση κάθε περιστατικού. Δεν θα γίνει όμως και χωρίς να λαμβάνουμε υπόψιν τις ίδιες τις επιθυμίες των άμεσα εμπλεκόμενων προσώπων γενικά και ειδικά της οικογένειας. Στο συγκεκριμένο ζήτημα, η οικογένεια πρέπει να έχει καθοριστικό λόγο για το εάν, το τι και το πώς θα δημοσιοποιηθεί το σημείωμα. Αυτό επιβάλλει η στοιχειώδης συνείδηση και η επαγγελματική νοοτροπία. Ακόμη κι όταν ένα σημείωμα φωτίζει υπαρκτά κοινωνικά αδιέξοδα και αποκτά δημόσιο ενδιαφέρον, η δημοσιογραφία δεν μπορεί να αγνοεί την ιδιωτική οδύνη και τη βούληση των οικείων στο όνομα μιας αφηρημένης «ενημέρωσης». Δεν λειτουργεί αλλιώς η δημοκρατία, ούτε η δημοσιογραφία όσο προοδευτική κι αν εμφανίζεται.
Στο τέλος, το σημείωμα γράφτηκε για να διαβαστεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να δημοσιοποιείται χωρίς όρια και χωρίς ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Η πιθανή ρομαντικοποίηση ή ηρωοποίηση της αυτοκτονίας είναι και πάλι ζήτημα του πώς αντιμετωπίζουμε το θέμα δημόσια. Εκεί τόσο η δημοσιογραφική δεοντολογία όσο και η κατάλληλη πρόληψη μπορούν να λειτουργήσουν ουσιαστικά και να αποτρέψουν την αναπαραγωγή επικίνδυνων αφηγημάτων.
Ειρηναίος Μαράκης





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου