Η κατασκευή νέου θεάτρου δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για την τσιμεντοποίηση των Χανίων

 

Η κατασκευή νέου θεάτρου δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για την τσιμεντοποίηση των Χανίων

Η συζήτηση για το μέλλον του Θεάτρου της Ανατολικής Τάφρου και την πιθανή μεταφορά του στο Άλσος των Αγίων Αποστόλων αποκτά μια νέα διάσταση, μετά την πρόταση του πρώην αντιδημάρχου Οικονομικών Μιχάλη Βλαχάκη για την κατασκευή θεάτρου 1.700 θέσεων στο οικόπεδο της ΕΡΤ στη Σούδα. Πρόκειται για μια πρόταση που, αντί να αμφισβητεί τη λογική της δημοτικής αρχής για την αξιοποίηση των ελεύθερων δημόσιων χώρων, περιορίζεται ουσιαστικά στην αναζήτηση μιας διαφορετικής τοποθεσίας για την κατασκευή του ίδιου έργου.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι απλώς αν το νέο θέατρο θα κατασκευαστεί στους Αγίους Αποστόλους ή στη Σούδα. Είναι η αντίληψη που αντιμετωπίζει κάθε διαθέσιμη δημόσια έκταση ως πιθανό χώρο οικοδόμησης, ακόμη και σε περιοχές που έχουν ανάγκη από περισσότερο πράσινο και ελεύθερους χώρους αναψυχής. Η κατασκευή μιας νέας πολιτιστικής υποδομής δεν είναι εξ ορισμού αρνητική· χρειάζεται όμως να αποδεικνύεται η αναγκαιότητά της, να εξετάζονται πρώτα οι υπάρχουσες υποδομές και να διασφαλίζεται η προστασία του δημόσιου χώρου. Έτσι, το ίδιο αδιέξοδο αναπαράγεται με διαφορετική γεωγραφική κατεύθυνση.

Αυτή είναι και η βασική αδυναμία μιας αντιπολιτευτικής πρακτικής, είτε προέρχεται από εν ενεργεία είτε από πρώην αιρετούς, που αποφεύγει να συγκρουστεί με τις κεντρικές επιλογές της δημοτικής διοίκησης Σημανδηράκη και τις γενικότερες κατευθύνσεις της κρατικής πολιτικής για τον δημόσιο χώρο. Με λίγα λόγια, η ουσιαστική διαφωνία δεν μπορεί να εξαντλείται στο πού θα πέσει το τσιμέντο, αλλά οφείλει να αφορά το αν χρειάζεται να πέσει εξαρχής, ποιες ανάγκες εξυπηρετεί και ποιος τελικά ωφελείται από αυτές τις επιλογές.

Αντί, λοιπόν, να αναζητούμε μια νέα τοποθεσία για την κατασκευή ενός μεγάλου θεάτρου, οφείλουμε πρώτα να εξετάσουμε τις δυνατότητες διατήρησης και αναβάθμισης των υφιστάμενων θεατρικών υποδομών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιποι δημόσιοι χώροι της πόλης δεν μπορούν να αξιοποιηθούν. Σημαίνει ότι η αξιοποίησή τους πρέπει να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων και όχι να υπαγορεύεται από την αναζήτηση οικοπέδων για ένα έργο του οποίου η αναγκαιότητα δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί.

Αυτό ισχύει και για την πρόταση κατασκευής θεάτρου στον χώρο της ΕΡΤ στη Σούδα. Η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν το συγκεκριμένο οικόπεδο είναι καταλληλότερο από το Άλσος των Αγίων Αποστόλων, παρακάμπτοντας το ερώτημα ποιες άλλες ανάγκες μπορεί να εξυπηρετήσει και ποιες δημόσιες υποδομές μπορούν να αναπτυχθούν εκεί.

Για τον χώρο της ΕΡΤ στη Σούδα υπάρχει μια συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση: διατήρηση και ανακατασκευή του κτιρίου της ΕΡΑ, ώστε να λειτουργήσει ως μουσείο της ελληνικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης. Το ιδανικό, μάλιστα, θα ήταν η επιστροφή της ΕΡΤ στον φυσικό της χώρο, μαζί με την αποκατάσταση της εγκατάστασης εκπομπής στα μεσαία κύματα σε πλήρη λειτουργία. Η σημερινή εμβέλεια της εκπομπής, σε σύγκριση με εκείνη της παλαιότερης εγκατάστασης πριν από την πτώση και την εγκατάλειψή της, είναι ένα ζήτημα που απαιτεί τεχνική αποτίμηση και δημόσιες απαντήσεις από τη διοίκηση της ΕΡΤ. Η λειτουργία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης δεν μπορεί να κρίνεται αποκλειστικά με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Παράλληλα, ο υπόλοιπος χώρος, που είναι ιδιαίτερα μεγάλος σε έκταση, μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί σε έναν δημόσιο χώρο πρασίνου, με τη δημιουργία βοτανικού κήπου, ανοιχτού και προσβάσιμου στους κατοίκους της Σούδας και ολόκληρης της πόλης. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει συγκεκριμένο προσανατολισμό και συντονισμένη προσπάθεια τόσο από την πλευρά της ΕΡΤ όσο και από τον Δήμο Χανίων και τους τοπικούς φορείς (ΤΕΕ, συλλόγους κατοίκων), ώστε να εργαστούν από κοινού προς αυτή την κατεύθυνση, που μόνο πολλαπλά οφέλη μπορεί να προσφέρει στην πόλη και τους κατοίκους της.

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική αν αναλογιστούμε ότι η Σούδα αντιμετωπίζει σοβαρή έλλειψη ελεύθερων χώρων πρασίνου. Μεγάλο μέρος του πρασίνου που υπάρχει στην περιοχή βρίσκεται μέσα σε εκτάσεις που ελέγχονται από το Πολεμικό Ναυτικό και δεν είναι ελεύθερα προσβάσιμες στους κατοίκους. Εδώ θα μπορούσε να αναπτυχθεί μια ολόκληρη δέσμη αιτημάτων, απολύτως ρεαλιστική και βαθύτατα προοδευτική, που θα συνδυάζει την απόδοση στην κοινωνία χώρων οι οποίοι παραμένουν δεσμευμένοι για στρατιωτική χρήση, τη δημιουργία ενός μεγάλου δημόσιου πάρκου στον χώρο της ΕΡΤ και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος από την ανεξέλεγκτη οικοδόμηση.

Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η διεκδίκηση να αποδοθεί το νησάκι της Σούδας στους δημότες, με την άρση των περιορισμών πρόσβασης που συνδέονται με τη λειτουργία των στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην περιοχή. Ένας χώρος με ιδιαίτερη ιστορική και φυσική αξία δεν μπορεί να παραμένει αποκλεισμένος από την κοινωνία, όταν θα μπορούσε να αποτελέσει δημόσιο αγαθό, προσβάσιμο στους κατοίκους, με την αναγκαία προστασία του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Και αυτή η διεκδίκηση δεν μπορεί παρά να συνδέεται με το διαχρονικό και πάντοτε επίκαιρο αίτημα του αντιπολεμικού κινήματος για το κλείσιμο της αμερικανικής βάσης της Σούδας και των υπόλοιπων βάσεων που χρησιμοποιούνται για τους πολέμους και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Γιατί η απελευθέρωση των δημόσιων χώρων από τη στρατιωτική χρήση και η απόδοσή τους στην κοινωνία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας διαφορετικής αντίληψης για την ανάπτυξη και το μέλλον της περιοχής.

Η ίδια αντίληψη πρέπει να καθορίζει και τη συζήτηση για το μέλλον των θεάτρων των Χανίων. Η προστασία των ελεύθερων χώρων δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την ανάπτυξη του πολιτισμού. Αντίθετα, μπορεί να συνδυαστεί με τη διατήρηση, την αποκατάσταση και την ουσιαστική αξιοποίηση των θεατρικών υποδομών που ήδη διαθέτει η πόλη, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να αναζητείται μια νέα δημόσια έκταση για οικοδόμηση.

Όσο για τις υφιστάμενες θεατρικές υποδομές, εξίσου ρεαλιστική πρόταση είναι η διατήρηση και η σωστή αποκατάσταση του ιστορικού Θεάτρου της Δυτικής Τάφρου, με στόχο χωρητικότητα 900 έως 1.000 θέσεων, εφόσον αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί με ασφάλεια και σεβασμό στην αρχιτεκτονική του χώρου. Η Δυτική Τάφρος μπορεί να αξιοποιηθεί ως διακριτός χώρος πολιτισμού, χωρίς να υποκαθιστά το Θέατρο της Ανατολικής Τάφρου.

Αυτό απαιτεί συγκεκριμένο σχεδιασμό: πρόσληψη μόνιμου, κατάλληλα εκπαιδευμένου προσωπικού για την ταξιθεσία, την υποστήριξη των θεατών, την πρόληψη παρενοχλήσεων και την ασφαλή διεξαγωγή των παραστάσεων, προς όφελος τόσο των καλλιτεχνών όσο και του κοινού. Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσαν να προβλεφθούν και κατάλληλες θέσεις εργασίας για άτομα με αναπηρία, με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, προσβασιμότητα, εκπαίδευση και προσαρμογή των καθηκόντων όπου χρειάζεται. Θυμάμαι, άλλωστε, ότι παλαιότερα υπήρχε άνθρωπος που φρόντιζε να γίνονται συστάσεις για ησυχία κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Η συστηματική οργάνωση της λειτουργίας του θεάτρου μπορεί να συμβάλει και στην αποκατάσταση της άδικα πληγωμένης εικόνας των θεατών των Χανίων, που διαθέτουν θεατρική παιδεία και στηρίζουν με πάθος κάθε αξιόλογη καλλιτεχνική προσπάθεια.

Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η υπόθεση της μεταφοράς του Θεάτρου της Ανατολικής Τάφρου και η πιθανή εγκατάστασή του στο Άλσος των Αγίων Αποστόλων δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα χωροθέτησης. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη σύγκρουση αντιλήψεων για τη χρήση των ελεύθερων χώρων, την «ανάπτυξη» και την εμπορευματοποίηση. Η προτεραιότητα πρέπει να είναι η διατήρηση και η ουσιαστική λειτουργία του Θεάτρου της Ανατολικής Τάφρου, παράλληλα με την αποκατάσταση της Δυτικής Τάφρου. Εφόσον τεκμηριωθεί ότι απαιτείται επιπλέον θεατρική υποδομή, μπορεί να εξεταστεί η δημιουργία ενός δεύτερου, μικρότερου θεάτρου στα προάστια, σε κατάλληλο χώρο, όχι ως υποκατάστατο αλλά ως συμπλήρωμα των υφιστάμενων χώρων. Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να συμβάλει στην αποκέντρωση και στην ισότιμη πρόσβαση στον πολιτισμό, ενισχύοντας παράλληλα την πολιτιστική ζωή σε ευρύτερη κλίμακα.

Δεν μπορούμε, άλλωστε, να αγνοούμε ότι η βίαιη επέκταση της τουριστικής οικονομίας και ιδιαίτερα των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχει αρχίσει να επιβάλλει τους δικούς της όρους σε παλαιότερες χρήσεις και λειτουργίες της πόλης. Χώροι που για δεκαετίες εξυπηρετούσαν τις πολιτιστικές και κοινωνικές ανάγκες των κατοίκων αντιμετωπίζονται πλέον υπό το πρίσμα των απαιτήσεων μιας οικονομικής δραστηριότητας που επεκτείνεται διαρκώς. Και το ερώτημα είναι αν θα προσαρμόζονται κάθε φορά οι δημόσιες υποδομές στις ανάγκες της τουριστικής εκμετάλλευσης ή αν θα προστατευτεί ο κοινωνικός και πολιτιστικός χαρακτήρας της πόλης.

Ένα τέτοιο νέο θέατρο, εφόσον κριθεί αναγκαίο, θα πρέπει να έχει εξασφαλισμένη πρόσβαση μέσω δωρεάν δημόσιας συγκοινωνίας (λεωφορεία) και να σχεδιαστεί με σεβασμό προς το φυσικό περιβάλλον. Όμως, καμία σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να προχωρήσει με τη λογική του τελεσιγράφου που, κατά την άποψή μου, συνοψίζεται στο δίλημμα «Θέατρο στους Αγίους Αποστόλους ή χάος». Αυτή η λογική, την οποία καταλογίζω στη δημοτική διοίκηση του Παναγιώτη Σημανδηράκη, περιορίζει αντί να διευρύνει τον δημόσιο διάλογο.

Προτάσεις όπως αυτή του ΤΕΕ, που κατά την εκτίμησή μου δεν αμφισβητεί την κατεύθυνση της πρότασης του δημάρχου αλλά εισηγείται μικρότερη χωρητικότητα, ή του πρώην αντιδημάρχου Οικονομικών Μιχάλη Βλαχάκη, του οποίου αναγνωρίζουμε την καλή πρόθεση, δεν αντιμετωπίζουν την ουσία του ζητήματος. Με διαφορετικό τρόπο, διατηρούν ως βασικό αντικείμενο της συζήτησης την αναζήτηση οικοπέδου για νέα κατασκευή, ενώ παραμένουν ανοιχτά τα ερωτήματα για τις πραγματικές πολιτιστικές ανάγκες των Χανίων, την προστασία του πρασίνου και την αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών. Εκεί οφείλει να στραφεί η συζήτηση, αν θέλουμε μια ουσιαστική αντιπολίτευση και μια διέξοδο για την πόλη.

Διέξοδος για την πόλη δεν είναι να αναζητούμε κάθε τόσο καινούργια οικόπεδα για να πέσει τσιμέντο, αλλά να διεκδικήσουμε μια διαφορετική αντίληψη για τις ανάγκες των κατοίκων της, σε σύγκρουση με τη λογική που αντιμετωπίζει τον δημόσιο χώρο ως εμπόρευμα και την ανάπτυξη ως ευκαιρία για νέα επιχειρηματικά κέρδη.

Τα Χανιά έχουν ανάγκη από περισσότερο πράσινο, ελεύθερους χώρους αναψυχής, προστασία και ανάδειξη του φυσικού τους περιβάλλοντος, όχι από μια ατελείωτη οικοδομική δραστηριότητα που μετατρέπει κάθε διαθέσιμη έκταση σε υποψήφιο εργοτάξιο.

Έχουν ανάγκη από την ουσιαστική προστασία και αναβάθμιση του Άλσους των Αγίων Αποστόλων, χωρίς καμία νέα οικοδομική παρέμβαση, από τη δημιουργία ενός μεγάλου δημόσιου χώρου πρασίνου στο πρώην στρατόπεδο Μαρκοπούλου, που προϋποθέτει την κατάργηση του παράνομου δημοτικού πάρκινγκ και τη μεταφορά της λαϊκής αγοράς της Δευτέρας σε καταλληλότερο χώρο, καθώς και από την ανάδειξη του οικοπέδου της ΕΡΤ στη Σούδα σε χώρο πρασίνου, με τη δημιουργία βοτανικού κήπου, σύμφωνα με την πρόταση που αναπτύχθηκε παραπάνω. Έχουν ανάγκη, επίσης, από πάρκα και χώρους αναψυχής στις γειτονιές, με ελεύθερη πρόσβαση για όλους, χωρίς εισιτήρια, εμπορικές χρήσεις και ιδιωτική εκμετάλλευση.

Όλα αυτά μπορούν να γίνουν με δημόσια χρηματοδότηση, μόνιμο προσωπικό για τη συντήρηση και την προστασία τους και ουσιαστική συμμετοχή των κατοίκων στον σχεδιασμό τους. Άλλωστε, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα αποκτήσουμε ένα ακόμη θέατρο, αλλά για ποιους σχεδιάζεται τελικά αυτή η πόλη: για τους κατοίκους της, τους εργαζόμενους, τους νέους και τις οικογένειές τους ή για τις ανάγκες μιας ανάπτυξης που μετράει την αξία της γης με βάση το πόσο κέρδος μπορεί να αποφέρει;

Ο πολιτισμός, το πράσινο και η αναψυχή δεν είναι πολυτέλειες ούτε εμπορεύματα. Είναι κοινωνικά αγαθά και δικαιώματα που πρέπει να εξασφαλίζονται για όλους.

Ειρηναίος Μαράκης

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις