Ο βάναυσος λόγος ως πολιτικό πρόβλημα

 


Ο βάναυσος λόγος ως πολιτικό πρόβλημα
 
Για τη χυδαία, σεξιστική και οπαδική γλώσσα ως κατάλοιπο εξουσίας ακόμη και μέσα στην Αριστερά
 
Σε έναν κόσμο όπου η γλώσσα δεν είναι ποτέ ουδέτερη, ο βάναυσος, χυδαίος και συχνά σεξιστικός λόγος παραμένει ένα από τα πιο ύπουλα κατάλοιπα της εξουσίας. Από τα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, όπου ο Τρότσκι τον πολεμούσε ως κληρονομιά του παλιού καθεστώτος, μέχρι τα σημερινά γήπεδα και τα social media, όπου ακόμη και «προοδευτικοί» οπαδοί, έστω και ως μειοψηφική τάση, τον χρησιμοποιούν σαν «χαβαλέ», το φαινόμενο αποκαλύπτει μια βαθιά πολιτική και επικίνδυνη αντίφαση. Πώς μπορεί η Αριστερά και ευρύτερα ο προοδευτικός χώρος να διεκδικήσει την κοινωνική χειραφέτηση όταν αναπαράγει, έστω και ασυνείδητα, πατριαρχικές και βίαιες δομές μέσα από την καθημερινή της έκφραση; Το κείμενο που ακολουθεί εξετάζει τον βάναυσο λόγο όχι ως μια απλή «κακή συνήθεια», αλλά ως ένα σοβαρό πολιτικό πρόβλημα που απαιτεί συνειδητή ρήξη, για να βελτιωθεί η καθημερινότητα μας και κυρίως, για να μην μείνει η επανάσταση στη μέση.
 
Στο νεαρό επαναστατικό κράτος της Ρωσίας που προέκυψε το 1917, ο αγώνας κατά του βάναυσου λόγου ήταν από τις βασικές ασχολίες του Λέον Τρότσκι και των συντρόφων του. Ο βάναυσος λόγος, δηλαδή οι χυδαίες εκφράσεις και τα μπινελίκια, ήταν αποτέλεσμα του δουλοκτητικού τσαρικού καθεστώτος αλλά και μιας κοινωνίας όπου η εκπαίδευση των μελών της δεν συμπεριλαμβάνονταν στις πρώτες προτεραιότητες. Αυτό ήταν ένα από τα θέματα όπου με πρωτοβουλία του Τρότσκι, μια ομάδα εικοσιπέντε εργατών και εργατριών -μελών του μπολσεβίκικου κόμματος στη Μόσχα- οργάνωσαν συναντήσεις για να συζητήσουν τα προβλήματα της καθημερινής ζωής στη μετεπαναστατική Ρωσία. Τα στενογραφημένα πρακτικά αυτών των συνεδριάσεων, καθώς και τα άρθρα που έγραψε ο Λέον Τρότσκι με βάση όλο το υλικό, είναι συγκεντρωμένα στο βιβλίο «Προβλήματα της καθημερινής ζωής» (σε μετάφραση του Λουκά Θεοδωρακόπουλου, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο). Εκεί, μεταξύ άλλων, ο Τρότσκι αναφέρει το παράδειγμα ενός πολιτικού αγκιτάτορα που τα έλεγε μάλλον καλά πολιτικά αλλά χρησιμοποιούσε τέτοια γλώσσα που θύμιζε τους χυδαιότερους τύπους της παλιάς ζωής και που ήταν εκφράσεις του προηγούμενου συστήματος εξουσίας του ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο. Με λίγα λόγια, ο Τρότσκι αντιλαμβανόταν ότι η επανάσταση δεν μπορούσε να περιοριστεί στην αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας ή της κρατικής εξουσίας, αλλά όφειλε να διαπεράσει και τις μορφές της καθημερινής επικοινωνίας, εκεί όπου η εξουσία αναπαράγεται αδιόρατα. Όμως το πρόβλημα του βάναυσου λόγου δεν απασχολούσε μόνο τον Τρότσκι. Για παράδειγμα, ξεχώρισε η περίπτωση του εργοστασίου «Η Κομμούνα του Παρισιού» όπου η εργοστασιακή επιτροπή αποφάσισε να χρεώνει πρόστιμο όσους εργάτες έκαναν χρήση τέτοιων εκφράσεων, σε μια δυσκολη αλλά αναγκαία προσπάθεια να εμποδίσουν τη διατήρηση του φαινομένου. Μια χρήσιμη απόφαση καθώς ο αγώνας κατά του χυδαίου λόγου ήταν ένα καίριο και βασικό καθήκον που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί απλά και μόνο με λογοτεχνικές μεθόδους εφόσον αποτελούσε ένα πρώτης γραμμής κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα.
 
Στην εποχή μας το ζήτημα του βάναυσου λόγου δεν έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, έχει μετακινηθεί, μεταμφιεστεί και συχνά νομιμοποιηθεί μέσα στις παλιές και νέες συλλογικές ταυτότητες. Ένα χαρακτηριστικό και αποκαλυπτικό παράδειγμα, καθώς λόγο χώρου και χρόνου είναι αδύνατο να τα προσεγγίσουμε όλα, είναι ο αθλητικός λόγος, και κυρίως ο ποδοσφαιρικός, όπου χυδαίες, βάναυσες και βαθιά σεξιστικές εκφράσεις αναπαράγονται καθημερινά, όχι μόνο από ακροδεξιές ή αντικοινωνικές ομάδες, αλλά και από ανθρώπους και συλλογικότητες που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστερές ή προοδευτικές. Ο λόγος αυτός, που εκφράζεται με ιδιαίτερη ένταση και μέσα στα κοινωνικά δίκτυα από προοδευτικούς ανθρώπους, φορτισμένος με αγοραία οπαδικά σχήματα, με βιαστικές μεταφορές κυριαρχίας, ταπείνωσης και «ανδρισμού», που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές της χειραφέτησης και της κοινωνικής ισότητας που υποτίθεται ότι υπηρετούν οι φορείς του.
 
Η χρήση σεξιστικού και βίαιου λεξιλογίου σε αθλητικές αντιπαραθέσεις συχνά δικαιολογείται ως «χαβαλές», ως εκτόνωση ή ως στοιχείο λαϊκής κουλτούρας. Όμως, όπως ακριβώς επισήμαινε ο Τρότσκι για τον αγκιτάτορα της εποχής του, έτσι και σήμερα, ο λόγος αυτός δεν είναι ουδέτερος ούτε αθώος. Αντίστοιχα, ο Αντόνιο Γκράμσι (στα Γράμματα της Φυλακής) βλέπει την καθημερινή κουλτούρα ως ένα σημαντικό πεδίο μάχης όπου η ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης δεν βασίζεται μόνο στη βία, αλλά στη συναίνεση που παράγεται μέσα από τη γλώσσα, τα συνθήματα και την «πλάκα» σε βάρος του άλλου. Πράγματι, ο σεξιστικός οπαδικός λόγος λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός που κάνει την πατριαρχία «κοινή λογική», ακόμη και για αριστερούς, καθώς κουβαλάει μέσα του τα κατάλοιπα των παλιών σχέσεων εξουσίας, συγκεκριμένων των πατριαρχικών προτύπων και μιας κουλτούρας ταξικής και σωματικής επιβολής που αναπαράγει την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο, έστω και με τη μορφή ενός «αστείου» ή μέσω της οπαδικής υπερβολής που καταλήγει να νομιμοποιεί τη βία αλλά και την, έμμεση έστω, υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων που λυμαίνονται τον χώρο του αθλητισμού. Όταν τέτοιες εκφράσεις υιοθετούνται από αριστερούς, συνειδητά και όχι σε κάποια στιγμή πρόσκαιρης έντασης, το πρόβλημα γιγαντώνεται καθώς δεν πρόκειται μόνο για αναπαραγωγή της βαρβαρότητας, αλλά και για ιδεολογική ασυνέπεια.
 
Συμπερασματικά, όπως και στο νεαρό σοβιετικό κράτος, έτσι και σήμερα, ο αγώνας ενάντια στον βάναυσο λόγο δεν μπορεί να περιοριστεί σε ηθικολογικές παρατηρήσεις ή σε αισθητικές διορθώσεις. Αποτελεί ένα βαθύτατα πολιτικό ζήτημα, που αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε τη χειραφέτηση, την κουλτούρα της καθημερινότητας και τη σχέση μας με τον «άλλον», ακόμη και –ή κυρίως– όταν αυτός φοράει διαφορετικά χρώματα στην κερκίδα. Χωρίς συνειδητή ρήξη με τον αγοραίο, σεξιστικό και βίαιο λόγο, καμία αριστερή, προοδευτική ταυτότητα, προσωπικότητα και συλλογικότητα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει πραγματικά αποκοπεί από τις πιο σκοτεινές παραδόσεις του
παλιού κόσμου.
 
Ειρηναίος Μαράκης
2/2/2026

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις