Οι 200 της Καισαριανής ως φάρος και οδηγός για το σήμερα


 

ΟΙ 200 ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ ΩΣ ΦΑΡΟΣ ΚΑΙ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Η ιστορική μνήμη και η οργάνωση των απεργιακών αγώνων ως πράξεις αντίστασης απέναντι στον αναθεωρητισμό, την κοινωνική οπισθοδρόμηση και τις θεωρίες της ήττας

Οι 200 της Καισαριανής δεν είναι απλά ένας αριθμός ή ένα κεφάλαιο στα βιβλία της ιστορίας. Είναι ένας ζωντανός φάρος για τα καθήκοντα του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς σήμερα και σε ένα περιβάλλον επιδείνωσης της καπιταλιστικής κρίσης και της φασιστικής απειλής που επιδιώκει να εξαφανίσει κάθε φωνή διαμαρτυρίας, αντίθεσης και κοινωνικής διεκδίκησης. Πραγματικά, για να τα λέμε όλα, το καθήκον όλων όσων διεκδικούν –δυστυχώς, περισσότερο για τον κομματικό φορέα τους και λιγότερο για την υπεράσπιση της ιστορικής μνήμης και της ιστορίας των αγώνων της εργατικής τάξης– τη συνέχεια των 200 εκτελεσθέντων κομμουνιστών (και αριστερών και αγωνιστών) δεν είναι άλλο από το εξής απλό: να μην φτάσουμε σε συνθήκες Κατοχής, να μην φτάσουμε σε συνθήκες ήττας του εργατικού κινήματος (όσοι/ες/α λένε για την ήττα της Αριστεράς στον τόπο μας και στην παρούσα περίοδο μάλλον πως δεν έχουν καταφέρει να διαβάσουν σωστά ούτε την ιστορία εκείνων των χρόνων, ούτε την πολιτική συγκυρία σήμερα), να μην φτάσουμε στις μέρες εκείνες με τα τάγματα εφόδου στους δρόμους, με τις εκτελέσεις και τις δολοφονίες, με τις εξορίες και τις φυλακές. Αλλά αυτό σημαίνει ότι δεν θα αναπαράγουμε τις λανθασμένες πολιτικές του παρελθόντος που στιγμάτισαν την ελληνική και διεθνή Αριστερά.

Οφείλουμε να πούμε ακόμα, ότι η Ελλάδα δεν γνώρισε τη βία της ακροδεξιάς μόνο κατά τη διάρκεια της Κατοχής και στα χρόνια που ακολούθησαν τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης καταγράφηκαν επιθέσεις και δολοφονίες που έδειχναν την ύπαρξη οργανωμένων ακροδεξιών ομάδων και την ανοχή που απολάμβαναν από την κεντρική εξουσία και τις κυβερνήσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι βομβιστικές επιθέσεις νεοφασιστικών ομάδων στον κινηματογράφο «Έλλη» στο κέντρο της Αθήνας, στις 11 Μαρτίου 1978, και στο θέατρο «Ρεξ» στην οδό Πανεπιστημίου. Ανάμεσα στους συλληφθέντες βρισκόταν ο τότε έφεδρος αξιωματικός Νίκος Μιχαλολιάκος, ο οποίος θεωρήθηκε υπεύθυνος για την προμήθεια εκρηκτικού υλικού από τον στρατό. Οι επιθέσεις κατά κοινωνικών χώρων και πολιτικών οργανώσεων (ΟΣΕ), οι δολοφονίες και οι επιθέσεις εναντίον ντόπιων και μεταναστών, αγωνιστών, πολιτικών χώρων, μαθητών και καθηγητών, όπως η δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα, αποτελούν ενδεικτικά γεγονότα μιας πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας που κράτησε δεκαετίες. Και αυτό γιατί ο φασισμός δεν είναι απλώς μια ακραία ιδεολογία μίσους αλλά πολιτικό εργαλείο που αξιοποιείται σε περιόδους κοινωνικής αποσταθεροποίησης και βαθιάς κρίσης, όταν το σύστημα χρειάζεται μηχανισμούς εκφοβισμού και καταστολής απέναντι στις λαϊκές αντιδράσεις. Η συνέχεια αυτής της βίας κορυφώθηκε με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής. Την ίδια στιγμή, διαμορφωνόταν ένα μαζικό και αποφασιστικό αντιναζιστικό ρεύμα, που ενεργοποιούσε τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά στις γειτονιές, συσπείρωνε την οργανωμένη εργατική τάξη στο πλευρό του και έδινε οργανωμένη, συλλογική απάντηση στα χτυπήματα της ναζιστικής συμμορίας. Με αυτό τον τρόπο φτάσαμε στην καταδίκη της εγκληματικής οργάνωσης κι έκλεισε ένας κύκλος χρόνιας ανοχής από την κεντρική εξουσία και τις κυβερνήσεις στην ακροδεξιά βία.

 




Πιέσεις

Όσο για τις συγκλονιστικές φωτογραφίες της Καισαριανής, ότι έρχονται στην Ελλάδα είναι αποτέλεσμα όχι απλώς των γρήγορων αντανακλαστικών των προοδευτικών ανθρώπων που κινητοποιήθηκαν για την απόκτησή τους αλλά ακριβώς της προοδευτικής και δημοκρατικής, αντιρατσιστικής και αντιφασιστικής δυναμικής στη χώρα μας. Της ίδιας δυναμικής που έβαλε στη φυλακή τη Χρυσή Αυγή και που δίνει τις μάχες της ενάντια στην κυβέρνηση της φτώχειας, του πολέμου και του ρατσισμού. Χωρίς τη συγκεκριμένη δύναμη, τολμώ να πω, δεν θα είχε ανοίξει καν ο φάκελος της δίκης. Χωρίς αυτή τη δύναμη δεν θα είχαν κινητοποιηθεί οι αρμόδιες υπηρεσίες για να αποκτήσουν τις φωτογραφίες. Αλήθεια, νομίζετε ότι μια κυβέρνηση που, καθώς βρίσκεται σε κρίση κι έχοντας χάσει κάθε κοινωνικό έρεισμα, ποντάρει στην επίθεση κατά της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, θα είχε καμία διάθεση να αποκτήσει τις φωτογραφίες που ισοπεδώνουν εν τη γενέσει τους την αντιαριστερή/αντεργατική προπαγάνδα; Όχι, δεν υπήρχε περίπτωση. Για να το πούμε κι αλλιώς, σε συνθήκες ήττας οι φωτογραφίες όχι μόνο δεν θα έρχονταν στην Ελλάδα ως ένα μνημείο της νεότερης ιστορίας αλλά θα παρέμεναν για πώληση στην γνωστή σελίδα αγοραπωλησιών όπου αναρτήθηκαν αρχικά.

Η συγκεκριμένη πίεση οδήγησε την κυβέρνηση να επιδείξει το (υποκριτικό) ενδιαφέρον της για τους 200, ενώ από την πρώτη στιγμή ανάληψης της εξουσίας πάγωσε τις μελέτες για την κατασκευή κεντρικού Μουσείου της Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα, όπως ακύρωσε και τις εκδηλώσεις για την Απελευθέρωση της πόλης στις 12 Οκτωβρίου 1944, ώστε να αποφευχθούν αναφορές στις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις εκείνης της περιόδου που εξέφραζαν μια βαθιά κοινωνική διεργασία και τη βούληση των εργαζομένων και των φτωχών να μη συνεχίσουν να κυβερνώνται όπως πριν. Σε αυτό το Μουσείο οφείλουν να πάνε και οι φωτογραφίες, με μια προσωρινή φιλοξενία στο Μουσείο της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης που λειτουργεί στον χώρο του Σκοπευτήριου της Καισαριανής. Νομίζω ότι το αίτημα για την κατασκευή του Μουσείου είναι πιο ώριμο από ποτέ και σε σύνδεση με τα αντίστοιχα μουσεία που υπάρχουν στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στη Γερμανία, στη Δανία, στη Νορβηγία και ακόμη στο Λουξεμβούργο. Και μην ξεχνάμε ότι τα μουσεία της Αντίστασης δεν είναι ουδέτεροι χώροι, είναι κατάκτηση του εργατικού κινήματος και συνεπώς το εργατικό κίνημα οφείλει να αναδείξει ως κεντρική τη συγκεκριμένη διεκδίκηση. Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει ότι στο Μουσείο της Αντίστασης οι φωτογραφίες των 200 κομμουνιστών της Καισαριανής -135 μέλη του ΚΚΕ και 11 μέλη της επαναστατικής Αριστεράς της εποχής (6 τροτσκιστές και 5 αρχειομαρξιστές, που κατά την εκτέλεση τους τραγουδούσαν τη Διεθνή και όχι τον Εθνικό Ύμνο, όπως έκαναν συνήθως οι αγωνιστές του ΚΚΕ )- θα τοποθετηθούν δίπλα σε φωτογραφίες μελών της οργάνωσης Χ ή των ταγματασφαλιτών. Ακριβώς το αντίθετο. Αυτό είναι ζήτημα πολιτικού και ιστορικού προσανατολισμού του ίδιου του Μουσείου και πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διεκδίκησης. Αντί, λοιπόν, ένα τμήμα της προοδευτικής διανόησης να αντιμετωπίζει με καχυποψία ή να «ξορκίζει» την ίδια την κατασκευή του Μουσείου -όπως, για παράδειγμα, πράττει σε πρόσφατο κείμενό του ο ιστορικός Γ. Μαργαρίτης- οφείλει να παρέμβει ώστε να καθοριστεί το περιεχόμενο και ο χαρακτήρας του.

Και για να επιστρέψουμε στην αρχή της παρέμβασής μας, η υπεράσπιση της ιστορικής μνήμης αλλά και της συνέχειας στο σήμερα δεν είναι άλλη από την ανάπτυξη των εργατικών, κοινωνικών και αντιρατσιστικών αγώνων σε ενωτική, ανατρεπτική κατεύθυνση, με εκείνα τα αιτήματα που θα βάλουν μπροστά τις ανάγκες της εργατικής τάξης και όλων των καταπιεσμένων τάξεων. Και τα αιτήματα είναι γνωστά και συγκεκριμένα: Ξεκινούν από το αίτημα για τη νέα καταδίκη της Χρυσής Αυγής στο Εφετείο (την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου θα ανακοινωθεί η απόφαση), για την ανατροπή της κυβέρνησης που ετοιμάζει στρατό για να καταστείλει την αντίσταση του παλαιστινιακού λαού στη Γάζα και δολοφονεί στην Πύλο, στα Τέμπη, στη Χίο και τη Βιολάντα, και φτάνουν μέχρι την ανάδειξη της αναγκαιότητας του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή, στις τράπεζες και στην κοινωνία, ώστε να μην επαναληφθούν ιστορικά φαινόμενα που σημάδεψαν τον τόπο. Μόνο έτσι τιμούμε ουσιαστικά τους 200 της Καισαριανής.
Εκεί θα κριθούμε.

Ειρηναίος Μαράκης
21/2/2026


 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις