Το προνόμιο της άρνησης
ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ
Το φετινό Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2025 απονέμεται ομόφωνα στον Θοδωρή Τσομίδη, για το έργο του «Η γέννα. Μια ιστορία σε τρεις εποχές», που κυκλοφορεί -πρωτότυπο, ε;- από τις εκδόσεις Πατάκη.
Ο συγγραφέας με τη σειρά του αρνείται το βραβείο και με δήλωσή του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «Πιστεύω τέλος πως ούτε οι αναγνώστες ωφελούνται από τον θεσμό των βραβείων. Μιλώ για τους αναγνώστες που ξενυχτούν πάνω από βιβλία, για αναγνωστικές κοινότητες που τρέφουν κάτι πέρα από τη φιλαυτία τους, για παρέες που συντηρούν μικρά βιβλιοπωλεία, λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλιοφιλικές ιστοσελίδες, αυτοσχέδιους εκδοτικούς οίκους. [...] Πιστεύω ακράδαντα πως και δίχως βραβεία κάθε αναγνώστης θα συναντηθεί τελικά με όσα βιβλία έχουν γραφτεί για κάποιον σαν και εκείνον – κι ας μεσολαβήσουν πολλά χρόνια μέχρι να συμβεί αυτό. [...]»
Αυτή μοιάζει με μια εξαιρετική τοποθέτηση. Στην ουσία της δεν λέει κάτι λάθος. Αλλά να σας πω την αμαρτία μου; Κι αυτή η τοποθέτηση είναι προβληματική. Είναι –ομολογώ, χωρίς πρόθεση εκ μέρους του συγγραφέα– ενταγμένη στο ίδιο σύστημα αξιών και παθογενειών που συγκροτεί τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Με λίγα λόγια, ακόμα και η άρνηση ενός λογοτεχνικού βραβείου είναι το αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου προνομίου. Του προνομίου που σου προσφέρει ο μεγάλος εκδοτικός οίκος με τον οποίο συνεργάζεσαι. Του προνομίου της ήδη εξασφαλισμένης ορατότητας και του προνομίου να μπορείς να πεις «όχι» χωρίς να εξαφανιστείς από τα εκδοτικά πράγματα.
Οι μικροί εκδοτικοί οίκοι –αναφέρομαι σε όσους δεν έχουν αναπτύξει το δικό τους συστημικό δίκτυο επικοινωνίας και διαφήμισης– και, κατ’ επέκταση, νέοι ή παλαιότεροι συγγραφείς χωρίς τα αντίστοιχα δίκτυα, δεν έχουν καν αυτή τη δυνατότητα. Δεν έχουν την πολυτέλεια της άρνησης. Για αυτούς, η παρουσία σε μια συστημική λίστα δεν είναι ιδεολογική δοκιμασία. Είναι συχνά η μόνη χαραμάδα προβολής.
Και ας πούμε και το άλλο. Χαιρόμαστε με τα βραβεία και ταυτόχρονα συγχαίρουμε τον συγγραφέα που τα αρνείται. Ιδού η τρελή αντίφαση της εποχής μας. Η ίδια αντίφαση παράγει και νέες στρεβλώσεις: ο συγγραφέας που αρνείται τη βράβευσή του παράγει αυτομάτως ήθος, ενώ ο συγγραφέας που την αποδέχεται εμφανίζεται –σχεδόν αντανακλαστικά– ως ένα υποκείμενο που τον νοιάζει το συμφέρον του. Κι αυτά συμβαίνουν χωρίς να υπολογίζουμε τη λογοτεχνική αξία του ενός ή του άλλου. Μα ειλικρινά, είμαστε σοβαροί;
Το ζήτημα δεν είναι αν κάποιος δέχεται ή αρνείται ένα βραβείο. Το ζήτημα είναι ότι και οι δύο πράξεις ενσωματώνονται τελικά στον ίδιο μηχανισμό. Ότι ακόμη και η άρνηση μετατρέπεται σε συμβολικό κεφάλαιο. Κι εκεί, ίσως, βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.
Αλλά η λύση ποια είναι; Πρώτα απ’ όλα, η κατάργηση κάθε είδους βραβείου, αλλά πάνω απ’ όλα η ανατροπή του οικονομικού συστήματος που παράγει αυτές τις ιεραρχίες και που μετατρέπει τη λογοτεχνία σε προϊόν για αγορά και πώληση. Πριν όμως φτάσουμε σε κάτι τέτοιο, θα βοηθούσε στο μέγιστο η ύπαρξη μιας πολιτικής φιλικής προς το βιβλίο και τις ανάγκες τόσο των συγγραφέων όσο και των αναγνωστών: η προστασία των επαγγελματικών δικαιωμάτων των δημιουργών του λόγου καθώς και μια γενναία κρατική πολιτική χρηματοδότησης των εκδοτικών οίκων, ώστε να εξασφαλίζεται η πολυφωνία των εκδόσεων,.
Είναι απλό: όσο η τέχνη λειτουργεί μέσα στους όρους της αγοράς, τόσο θα αναπαράγει τα ίδια προνόμια, είτε εκφράζονται με «αποδοχή», είτε με «άρνηση».
Ειρηναίος Μαράκης
Παρασκευή 13/2/2026
Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου